Συγγραφέας του μήνα

Ελένη Γιαννακάκη

Η Ελένη Γιαννακάκη γεννήθηκε το 1955 στο Ρέθυμνο Κρήτης. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια Αθήνας και Λονδίνου (ΜΑ στις Πολιτισμικές Σπουδές και PhD στη Νεοελληνική Λογοτεχνία με θέμα την πεζογραφία της Γενιάς του ’30). Έχει διδάξει νεοελληνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (King’s College) (1984-85 και 1987-88), στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστήμιου Κρήτης (1991-93) ενώ από το 1997 (με εξαίρεση κάποια διαστήματα παραμονής της εκτός Βρετανίας) διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Έχει δημοσιεύσει μελέτες στα ελληνικά και στα αγγλικά, συμπεριλαμβανομένης της επιμέλειας (editing?) (από κοινού με τον P. Mackridge) των τόμων:
Ourselves and Others: The Development of a Greek Macedonian Cultural Identity since 1912, Berg Publishers, Oxford, 1997 και Contemporary Greek Fiction in a United Europe: From Local History to the Global Individual, Legenda, Oxford, 2004.

Η Ελένη Γιαννακάκη έχει δημοσιεύσει τρία μυθιστορήματα: Περί Ορέξεως και άλλων δεινών (2001) το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω, Τα Χερουβείμ της μοκέτας (2006), το οποίο στη γαλλική του μετάφραση είναι συνυποψήφιο, μαζί με Αmos Oz Elif Shafak, για το Prix Méditerranée Etranger 2010 και πρόσφατα το Σναφ ( 2010).

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Τα Χερουβείμ της μοκέτας» (ΕΣΤΙΑ, 2006)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20

Η Λουoμένη του Ντεγκά

11:15

Άντε κι η τελευταία υποχρέωση της μέρας, το μπάνιο της, να το λατρέψει, να το κανακέψει, να το καθαρίσει βασικά, αλλά πρώτα απ’ όλα, να μπορέσει να διακρίνει που θα πρέπει να στοχεύσει, να δει κάπως περισσότερα απ’ ότι συνήθως, απ’ ότι την προηγούμενη φορά φερ’ ειπείν, ακόμη και τις όποιες φθορές του χρόνου, που προτιμά συνήθως να τις παραβλέπει, όταν δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτές. Αν και πάντα βάζει υψηλούς στόχους σαν αρχίζει αλλά στο τέλος ελάχιστους πραγματοποιεί. Αν το καλοσκεφθεί, στην ουσία δεν είναι καν υποχρέωση, είναι απόλαυση, η τελευταία απόλαυση της μέρας, για να μην πει και η μόνη, δεν ήταν κι απ’ τις πιο εύκολες μέρες της η σημερινή, αλλά ευτυχώς τελείωσε - τελειώνει όπου νά ’ναι. Είναι απόλαυση τελικά να κάνει και το μπάνιο της μετά απ’ όλα τα υπόλοιπα, αλλά αυτή τη φορά, όχι σαν εργασιοθεραπεία, όχι για να σπρώξει τις ώρες και τις σκέψεις, οι επόμενες ώρες δεν πρόκειται να της φέρουν τίποτα, ελπίζει, ούτε καν εφιάλτες, αύριο θα είναι μια τελείως διαφορετική μέρα, ένας χρόνος συν μια μέρα απ’ το θάνατο του Πέτρου - δεν μπορεί να είναι το ίδιο με σήμερα.
Το μπάνιο της είναι μικρό σχετικά - ακόμη και για ένα τέτοιο διαμέρισμα, που δεν είναι και τεράστιο, διαμέρισμα εκατόν ογδόντα τετραγωνικών - σε σύγκριση πάντα με τις διαστάσεις που χαρίζουν σήμερα στα μπάνια οι σύγχρονοι κατασκευαστές. Όσο για το κάτω, WC με ντουζιέρα δηλαδή, δεν το παίρνει καν υπόψη της – είναι απλώς γι’ αυτήν, αλλά και για όλους εκεί μέσα, η τουαλέτα για τους ξένους. Φυσικά κι αν το αγόραζαν το διαμέρισμα σήμερα σε νεόδμητη κατασκευή, θα φρόντιζαν να είχαν επέμβει ήδη απ’ τα σχέδια, αν όχι απαραίτητα ο Φαίδων, τουλάχιστον εκείνη. Αλλά σ’ αυτήν την πολυκατοικία του ’68, τι να κάνεις, προσπαθείς να βολευτείς με ό,τι υπάρχει, να μεγιστοποιήσεις τις όποιες δυνατότητες μπορεί να σου προσφέρουν τα συγκεκριμένα τετραγωνικά, κυρίως μέσα από διακοσμητικά τρυκ που δημιουργούν μια κάπως διαφορετική χωρικότητα. Χωρίς ούτε καν παράθυρο. Πολύ την είχε ενοχλήσει στην αρχή, ένιωθε πως την έπνιγαν, πως την συνέθλιβαν οι τοίχοι, επενδυμένοι με λευκά πλακάκια, και το ταβάνι, χαμηλό όπως είναι λόγω παταριού από πάνω – αλλά όχι πια, οι τοίχοι, είναι το κουκούλι της, ένα ακόμη δέρμα γι’ αυτήν τώρα, κι ας είναι επιφάνειες κρύες, ψυχρές και σκληρές, όπως θα της υποδείκνυε κάποιος. Και την απουσία παραθύρου κι αυτήν την έχει συνηθίσει: όχι μόνο την έχει συνηθίσει, αλλά τώρα νομίζει πως αν υπήρχε παράθυρο θα την απορρύθμιζε, δεν θά ’νιωθε όσο μόνη θα ήθελε, εποικοδομητικά μόνη δηλαδή, νομίζει, ακόμη κι αν στην αντίθετη περίπτωση απ’ έξω φαινόταν μόνο ο ουρανός. Έτσι νομίζει. Είχε σκεφθεί σε κάποια φάση – όχι στην αρχή του γάμου τους βέβαια που δεν τολμούσε να διατυπώσει την παραμικρή απαίτηση – να γκρεμίσει τοίχους για να το μεγαλώσει κάπως το μπάνιο, για παράθυρο ούτε λόγος λόγω θέσης, αλλά θα επηρεάζονταν όλες οι κρεββατοκάμαρες παραδίπλα, μεγάλη φασαρία για μικρό όφελος, και τα έξοδα επίσης υπέρογκα για το βαλάντιο της εποχής, όταν ο Φαίδων προσπαθούσε μόλις να ορθοποδήσει σε καινούργια δουλειά, με καινούργιο συνεταίρο, το Μάριο, τι συνεταίρο δηλαδή;, σχεδόν αφεντικό τότε, δεδομένου του υποτυπώδους στην κυριολεξία κεφαλαίου, που είχε βάλει ο Φαίδων στην εταιρεία, κι ο πεθερός της φυσικά επ’ ουδενί να βοηθήσει, ο οποίος ποτέ δεν κατάλαβε γιατί ο Φαίδων έφυγε απ’ την επιχείρηση με το Μάνο. Οπότε κι η Μαρία εγκατέλειψε την ιδέα κι είπε στον εαυτό της, βολέψου μ’ ό,τι έχεις. Έδωσαν βέβαια κάποια χρήματα, όχι και λίγα, θυμάται, για να το ανακαινίσουν ριζικά, αλλά από τότε στην πορεία έχει προσθέσει πολύ λίγα η Μαρία. Ήταν ίσως η δουλειά ποιοτική κι οι επιλογές αισθητικά άρτιες και χρηστικότατες, αλλά κυρίως είναι που έχει συνηθίσει πια εδώ και κάποια χρόνια εδώ μέσα, στα σίγουρα δεν βλέπει τα όποια προβλήματα, τις όποιες φθορές, ακόμη κι όταν προσπαθεί επίμονα να αποστασιοποιηθεί. Αλλά κυρίως οποιαδήποτε αλλαγή τώρα πια θα την αναστάτωνε συναισθηματικά, ψυχολογικά, το ξέρει.
Στέκεται και το κυτάει συχνά απ’ την πόρτα με τα σποτς στη ράγα πάνω απ’ τον καθρέπτη όλα αναμμένα στο φουλ, το καμαρώνει σχεδόν, τόσα χρόνια μετά – αν και τα σπότς τά ’βαλαν σχετικά πρόσφατα - ειδικά αν είναι κάπως χαλαρή, όπως απόψε. Που ίσως δεν θάπρεπε, μερικές φορές την εκπλήσει ο ίδιος ο εαυτός της, έχει τόσες εκκρεμότητες μπροστά της χωρίς να έχει λύσει καμμιά, το βράδυ δεν της έφερε λύσεις, ούτε καν ερμηνείες, μάλλον το αντίθετο: πιο πολλά προβλήματα, τουλάχιστον περισσότερα ερωτηματικά και κάποιες ίσως βεβαιότητες – μάλιστα μόλις τρεις ώρες πριν - σε σχέση με το πρωϊ. Είναι απλώς που νιώθει πως τελικά επεβίωσε με τις λιγότερο δυνατές απώλειες, πως πέρασε μεταξύ Σκύλας και Χάρυβδης κι είναι ακόμη ζωντανή, αυτό της ανεβάζει το ηθικό, ότι τίποτα συγκλονιστικό δεν συνέβη, τίποτα μοιραίο γι’ αυτήν και για την οικογένειά της, τίποτα καινούργιο, καινούργια τροπή με επιπτώσεις στο μέλλον, άμεσο κι απώτερο, όπως φοβόταν και κυρίως ότι όλα τέλος πάντων μπορούν να πάρουν αναβολή, γι’ απόψε τουλάχιστον και δεν ξέρει για πόσο, άρα μπορεί κι αυτή λοιπόν τώρα, ή μάλλον σε λίγο, να πει πατάω κουμπάκι και δεν σκέπτομαι τίποτα, κατεβάζω τα ρολά και πάω για ύπνο.

Το βετέξ πρώτον και κύριον, τι θα γινόταν χωρίς το βετέξ!, τα γάντια της φυσικά, μάσκα δεν βάζει, δεν χρειάζεται, πετσετούλα για σκούπισμα, σφουγγάρι, το ειδικό σουγιαδάκι για τους αρμούς, το αντι-μουχλικό,
δικές της λέξεις, εντελώς, θα γέλαγε κόσμος αν την άκουγαν
και το AllerSafe καλού-κακού, αν και παρά την υγρασία και την αφθονία νεκρών δερματικών κυτάρων, σπάνια πιάνουν σκονοζούζουνα τα μπάνια – μια ακόμη δική της λέξη τα σκονοζούζουνα, για τον εαυτό της και μόνο όμως αποκλειστικά. Έχει αναρωτηθεί επανειλημμένα αν της αρέσει τόσο πολύ το μπάνιο ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, ότι δεν πιάνει σκονοζούζουνα. Πολύ πιθανό – είναι κι αυτός απ’ τους βασικούς λόγους. Εν πάσει περιπτώσει, το AllerSafe είναι οικολογικό προϊόν, χωρίς καυστικές ουσίες και διαλυτικά, από εκχυλίσματα φυτών – γιατί να χρησιμοποιήσει λοιπόν ένα οποιοδήποτε άλλο σπρέϋ, ακόμη και χλωρίνη κι όχι αυτό; Αλλά και το αντι-μουχλικό της είναι επίσης οικολογικό παρασκεύασμα, όπως και τα σπρέϋ για τις μπαταρίες και τις πορσελάνες, που είναι βασισμένα στο ξύδι. Εντάξει, μην τρελλαθούμε, δεν θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι όλ’ αυτά είναι το ίδιο οικολογικά και φυσικά, μ’ αυτά που έφτιαχνε μόνη της λίγα χρόνια πριν, αλλά δεν θα ήταν δυνατόν να συνεχίσει έτσι, θά ’χε ήδη πεθάνει στη φασίνα, δεν θα της είχε μείνει πνοή για τίποτ’ άλλο στη ζωή.
Λοιπόν, ν’ αρχίσει με το σουγιαδάκι και με τον πάγκο του νιπτήρα που είναι κι η περιοχή που ‘πιάνει’ περισσότερο. Το πρόβλημα εδώ είναι πως επειδή το μαύρο μάρμαρο του πάγκου συνεχίζεται και πάνω απ’ το σημείο επαφής, στον τοίχο, με τη μορφή μιας φαρδειάς μπορντούρας είκοσι εκατοστών, που ουσιαστικά καλύπτει το κενό που μεσολαβεί μεταξύ της γωνίας που σχηματίζεται μέχρις εκεί που αρχίζει ο καθρέπτης, το κονίαμα του αρμού είναι επίσης μαύρο, οπότε δεν σου επιτρέπει να δεις καθαρά τυχόν μούχλα, βρώμα ή δεν ξέρει τι άλλο. Καλό αυτό για οποιαδήποτε άλλη νοικοκυρά που νοιάζεται αποκλειστικά για ό,τι φαίνεται, αλλά όχι γι’ αυτήν. Μμμ, εδώ θα πρέπει να προσέξει περισσότερο, πίσω ακριβώς από τη μπαταρία, ναι, όντως έχει πολύ πράγμα, το βλέπει, ….απαλά όμως, …. απαλά γιατί στο τέλος θα φύγει όλο το κονίαμα ξύσε-ξύσε κάθε φορά, τό ’φαγε το σπίτι με τα νύχια της, την κατηγορεί ο Φαίδων, τό ’φαγε απ’ την πολλή τη λάτρα, στο τέλος θα το γκρεμίσει να ησυχάσει.... ΟΚ, λίγο ακόμη, εδώ, …έεετσι, και μετά πιο πέρα, κυρίως στις γωνίες εκεί που οι δυο πλευρές του πάγκου συναντούν κάθετα τους δυο απέναντι τοίχους, τις δυο μικρές πλευρές του παραλληλόγραμμου που αποτελεί το μπάνιο της. Ναι, οι γωνίες πάντα ‘μαζεύουν’, ακόμη και σκόνη, θα έλεγε, φυσικά και σκόνη. ….. Εντάξει μ’ αυτόν τον αρμό, να τον ψεκάσει τώρα και λίγο κατά μήκος με το αντι-μουχλικό και τελείωσε. Είναι και γρήγορη, δεν μπορεί να πει. Ποιοτική δουλειά και τάχιστα, είναι ο ορισμός της αποτελεσματικότητας εδώ! Ψεκάστε, σκουπίστε, τελείωσατε!
Τώρα η μπαταρία, η περιοχή του πάγκου γύρω απ’ τη μπαταρία –
το ίδιο πρόβλημα κι εδώ με το χρώμα του κονιάματος, αλλά τι να γίνει;,
α, εδώ κι αν έχει πράγμα!, πω,πω!,
μόνο οι φορές που ανοίγει η ίδια τη μπαταρία κάθε μέρα, μπαινοβγαίνοντας στο μπάνιο της, αρκούν - για να μη βάλει στο λογαριασμό κι άλλα τέσσερα άτομα εδώ μέσα, τα βράδυα και κυρίως τα σαββατοκύριακα, που από μια περίεργη εμμονή ανεβαίνουν εδώ πάνω ακόμη και για να πλύνουν τα χέρια τους, όταν υπάρχει και το WC κάτω! ……
Πάει κι αυτό...., το αντιμουχλικό τώρα, …. ΟΚ, άστο να στεγνώσει, στεγνώνει στο άψε σβήσε άλλωστε, τώρα το γιαλιστικό για την μπαταρία, ….έεετσι,
αυτά τα σπρέϊ είναι θαυματουργή εφεύρεση, σκέψου να μην υπήρχαν και να πρέπει ν’ ανοίγει και να κλείνει μπουκάλια!,….
το βετέξ τώρα,
ευτυχώς είναι τόσο λεπτό το βετέξ, τι εφεύρεση επίσης!, γίνεται σχεδόν ένα με το χέρι της, εφάπτεται στο γάντι σαν άλλο γάντι και με μια μόνο κίνηση σχεδόν έχει ‘πάρει’ όλη τη βρύση, από πάνω μέχρι κάτω. Μια μόνο κίνηση, τό ’χει συνηθίσει τόσο πολύ άλλωστε που σπάνια της πέφτει!
Να το ξεπλύνει τώρα, μια ακόμη φορά….εεεεντάξει…και τελειιίωσε, κλείσε τη μπαταρία τώρα. Να τη σκουπίσει και με την πετσετούλα…. Υπέροχη!
Τόσα χρόνια και τά ’χει καταφέρει κάθε φορά να φαίνεται σαν καινούργια, σαν να την άλλαξαν μόλις χθες!
Να κάνει και τον πάγκο τώρα. Άσε, να μην χρησιμοποιήσει το AllerSafe γιατί της τελειώνει, τον έκανε άλλωστε τον πάγκο μ’ αυτό τρεις μέρες πριν, τι σκόνη και σκονοζούζουνα να μάζεψε μέσα σε τρεις μέρες; Θα τον περάσει ένα χέρι με το σπρεϋ για τις πορσελάνες, τι πορσελάνη, τι μάρμαρο;, το ίδιο κάνει. Μμμμ, ….αυτό βέβαια που διαπιστώνει τώρα - αν και όχι μόνο τώρα, τό ’χει ξαναπροσέξει στο παρελθόν και πολύ την είχε στενοχωρήσει, αλλά προσπάθησε να κάνει τα στραβά μάτια - είναι πως τα ‘νερά’ στο μάρμαρο, οι ρωγμούλες που αντιστοιχούν στα νερά όλο και μεγαλώνουν, με το χρόνο ίσως, με το υπερβολικό καθάρισμα, όπως θα ισχυριζόταν ο Φαίδων, είναι σίγουρη – δεν τό ’χει εντοπίσει, δεν τό ’χει παρατηρήσει το πρόβλημα ακόμη κατά πάσα πιθανότητα ο ίδιος, διαφορετικά θα τό ’χε σχολιάσει οπωσδήποτε, ή ίσως δεν τον ενδιαφέρει καν για να το σχολιάσει, αυτά είναι ασήμαντες λεπτομέρειες γι’ αυτόν. Και τέλος πάντων όλα τα πράγματα άλλωστε έχουν μια φυσική φθορά! Εν πάσει περιπτώσει. Με τον πάγκο συγκεκριμένα - και σκοτίστηκε για την άποψη του Φαίδονα - τα πράγματα είναι μάλλον σοβαρά γιατί τους στοίχισε μια μικρή περιουσία τότε με το να πάρουν α’ ποιότητας, όπως και για το δάπεδο, απ’ το ίδιο σκληρό μάρμαρο επίσης, κι αυτή τη στιγμή μπαίνει όχι μόνο αισθητικό πρόβλημα, αλλά κυρίως πρακτικό: αυτό που συνειδητοποιεί τώρα είναι ότι σ’ όλες αυτές τις μικρές εσοχές οι οποίες αντιστοιχούν σε ο Θεός ξέρει πόσα και ποια υποδόρεια λεπτά τούνελ, μπαίνει νερό, που φυσικό είναι να διακλαδώνεται από κάτω σε άπειρες μυστικές διαδρομές κι αργά ή γρήγορα, είναι απλώς θέμα χρόνου, θα διαβρωθεί όλος ο πάγκος και απλώς θ’ αρχίσει να φεύγει σε κομμάτια. Άσε που μπορεί, ή μάλλον είναι σίγουρο, μα τι λέει!, πω, πω!, άσε που λόγω υπερβολικής υγρασίας αυτές οι μικρές εσοχές είναι εστίες σκονοζούζουνων κι ένας Θεός ξέρει τι άλλων – κύτα λοιπόν να δεις που δεν τό ’χει σκεφθεί! Αλλά ορίστε τελικά, δεν παρατηρεί ούτε η ίδια όπως πρέπει – μάλλον βλέπει μόνο ό,τι ακριβώς θέλει να δει στο μπάνιο της! Και το ίδιο πρόβλημα φυσικά υπάρχει και με ολόκληρο το δάπεδο, μόνο που εδώ βέβαια δεν τίθεται τόσο πολύ θέμα υγρασίας, παρά μόνο όταν παίρνει το ντουζ στη διαπασών και στοχεύει προς πάσα κατεύθυνση, αλλ’ αυτό όμως μόνο όταν βρίσκεται σε κατάσταση ευφορίας, έξαλλης ευφορίας, θα έλεγε - κολυμπάει κι η ίδια στα νερά έτσι, στην κυριολεξία, αλλά της αρέσει, θεωρεί πως αυτό είναι γι’ αυτήν το απόλυτο καθάρισμα. Αν και δεν το κάνει συχνά. Συνήθως προτιμά τη μεθοδική δουλειά με το χέρι, κέντημα στην ουσία, γαϊτανάκι με δαντελόνημα Πεταλούδα νο 10, κι αυτό σε καταστάσεις μεθοδικότητας και κατασταλαγμένης σύνεσης του στυλ κάτσε καλά, γνωρίζουμε μεν που πατάμε, αλλά προχωράμε ακάθεκτες παρ’ όλ’ αυτά. Οπότε σοβαρό θέμα υγρασίας δεν τίθεται για το δάπεδο, αυτό είναι σίγουρο, αλλά από σκόνη άλλο τίποτα, φαντάσου μόνο τι κουβαλάν τα πόδια τους απ’ το υπόλοιπο σπίτι, ακόμη κι αν είναι ξυπόλυτοι. Κρίμα! Πραγματικά κρίμα! Κι είχε τόσο πολύ χαρεί, θυμάται, τότε για την επιλογή, το μάρμαρο είναι το αγαπημένο της υλικό, το λατρεύει στην κυριολεξία, της δίνει την αίσθηση μιας μοναδικής, απέριττης πολυτέλειας, που δεν τις δίνουν άλλα και κατά πολύ πιο μοντέρνα υλικά - άλλωστε ελληνικό σπίτι χωρίς μάρμαρο γίνεται; Τι πιο φυσικό; Η τέλεια εναρμόνιση αισθητικά και ιστορικά δόκιμων βιογεωλογικών παραμέτρων! Εν πάσει περιπτώσει, μάλλον πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό, δυστυχώς, ίσως θάπρεπε να το συζητήσει με κάποιον ειδικό να δει τι λύσεις υπάρχουν – πάντα υπάρχουν λύσεις για όλα. Ή σχεδόν για όλα! Για τα πλακάκια της υπάρχει λύση πάντως, έχει φέρει φερ’ ειπείν τουλάχιστον δυο φορές μέχρι τώρα τον πλακατζή να της περάσει τους αρμούς μ’ ένα καινούργιο στρώμα κονιάματος, αφού το προηγούμενο είχε τριφτεί και σε κάποια σημεία υπήρχαν ακόμη και μικρές λακουβίτσες, που δημιουργούσαν την εντύπωση του εντελώς παλιωμένου, του φθαρμένου. Ακόμη και το χρώμα του κονιάματος αλλάζει με τον καιρό και τη χρήση, αν είναι λευκό δηλαδή, γίνεται κάπως μπεζ ή κίτρυνο κι αυτό ‘χτυπάει’ με φόντο το κατάλευκο πλακάκι. Αλλά ακόμη και τα πλακάκια αυτά καθ’ εαυτά μπορεί να αναπληρώσει, αν χρειασθεί. Μπορούσε τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, αφού είχε φροντίσει απ’ την αρχή να διαλέξει κάτι κλασσικό, κατάλευκο τετράγωνο πλακάκι, κοινότατο βέβαια και ταυτόχρονα φθηνό – είχε εξισορροπήσει έτσι λίγο το βαλάντιό τους μετά τη χρήση τόσου μάρμαρου εκεί μέσα – αλλά κυρίως αντικαταστάσιμο, όταν φερ’ ειπείν στο παρελθόν είχε παρουσιαστεί υγρασία λόγω διαρροής στην περιοχή της τουαλέττας και τα πλακάκια είχαν αποκτήσει κάτι ανεξίτυλα κιτρυνωπά ‘νερά’, ή όταν κάποια άλλη φορά, πολύ παλιότερα, είχε πέσει απότομα κάτι βαρύ πάνω στον τοίχο, δεν θυμάται τώρα ακριβώς τι, κι είχε ραγίσει κάποιο. Εδώ και ένα-δυο χρόνια τώρα όμως, δυστυχώς, έχει πάψει να βρίσκει τα ίδια – βρίσκει μεν ίδιο τύπο και διαστάσεις, υπάρχει όμως μια πολύ μικρή διαφορά στο χρώμα, λίγο, ένα τόνο προς το κρεμ δηλαδή, αλλά αυτό δεν παύει να είναι πρόβλημα, χτυπάει στο μάτι, όσο κι αν δεν είσαι παρατηρητικός – είχε φάει την Αθήνα, θυμάται, απ’ άκρη σ’ άκρη, όλες τις εκθέσεις και τα εργοστάσια πλακιδίων χωρίς αποτέλεσμα, οπότε πρέπει να είναι πολύ προσεχτική με τα υπάρχοντα τώρα πια. Μμμ, καλά και το σκέφθηκε, να ρίξει μια ματιά στην Ιταλία, αν πάνε τελικά τον άλλο μήνα, να πάρει μαζί της ένα απ’ τα δικά της για δείγμα, μην το ξεχάσει - η Ιταλία είναι η Μέκκα όλων αυτών των υλικών και ειδών υγιεινής. Εν πάσει περιπτώσει, προς το παρόν δεν μπορεί να κάνει τίποτα, ούτως ή άλλως δεν είναι ένα οξύ, άμεσο πρόβλημα αυτή τη στιγμή και για νά ’ναι ειλικρινής αυτό που την ανησυχεί περισσότερο είναι η φθορά στα μάρμαρα που μόλις διαπίστωσε, τουλάχιστον η έκταση του προβλήματος, αυτό είναι το πιο ανησυχητικό, αφού γι’ αυτό μάλλον δεν υπάρχει λύση, όπως φοβάται, εκτός μόνο κι αν τ’ αναπληρώσουν – κάτι που θα ήταν ανήκουστο στην παρούσα φάση, με δεδομένα τα οικονομικά τους, και μάλιστα για ένα πρόβλημα που για τον περισσότερο κόσμο δεν θα ήταν σοβαρό, ψύλλους στ’ άχυρα δηλαδή, όπως δεν θα είναι ούτε και για το Φαίδονα αν του το ξεφουρνίσει, τα μυαλά της στα κάγγελα, θα της έλεγε αμέσως, ποιος νομίζει πως είναι ο πρίγκηπας του Μπρουνέϊ, οπότε κι αυτή ούτε καν θα το θίξει στην παρούσα φάση. Τι να του πει λοιπόν ότι σκέπτεται πάλι τα σκονοζούζουνα και ό,τι άλλους είδους μικρόβια, ακόμη και έντομα που μπορεί να φωλιάζουν εκεί μέσα; Άστο καλύτερα. Να προσπαθήσει μόνο η ίδια να είναι όσο πιο προσεκτική με το καθάρισμα, κι όσο πιο επιμελής γίνεται, και να σκουπίζει σχεδόν αμέσως τα νερά απ’ τον πάγκο, κυρίως το πρωϊ που μπαίνουν όλοι και πλένονται σχεδόν με κλειστά μάτια και τα νερά πετάγονται προς πάσα κατεύθυνση – να μη μένουνε τα νερά και περνάνε στις ρωγμούλες. Και κυρίως να είναι επίσης όσο πιο σχολαστική γίνεται με το καθάρισμα που αφορά τους ακάρεις της σκόνης και τα σχετικά, να χρησιμοποιεί ανελλιπώς τα προϊόντα της, όσο πιο συχνά μπορεί - ε, δεν μπορεί να κάνει και τίποτ’ άλλο. Ίσως να εγκαταστήσουν κάποια στιγμή κι ένα εξαεριστήρα, να αερίζεται κάπως ο χώρος και να μειώνεται έτσι η υγρασία. Να όμως που απόψε τελικά δεν μπορεί να κάνει και πολλά, παρά τα αρχικά της πλάνα, πώς τα κατάφερε και ξέμεινε έτσι απ’ τα ειδικά καθαριστικά της;, οι ποσότητες που έχει δεν φτάνουν με τίποτα για τις επιφάνειες που θα πρέπει να καθαρίσει, όπως καταλαβαίνει τώρα πια, και ειδικά τώρα με τις αυξημένες ανάγκες καθαριότητας, πω, πω!, τώρα το συνειδητοποιεί, κι αποκλείεται να παραλάβει τίποτα για τουλάχιστον πέντε μέρες. Πως την πάτησε έτσι!
Εντάξει, εντάξει λοιπόν, δεν θα πεθάνουμε τώρα και γι’ αυτό, έλεος!, αρκετά!, είναι και τόσο κουρασμένη άλλωστε, τόσο μα τόσο κουρασμένη! Κοντεύει στην κυριολεξία να καταρρεύσει μετά από μια τέτοια μέρα, σχεδόν δώδεκα το βράδυ, σώμα είναι κι αυτό, μυαλό είναι κι αυτό, κάπου δεκαεπτά ώρες να παραδέρνει όρθια. Ας κάνει τελικά μόνο την μπανιέρα απόψε για να μπει μέσα μετά για ένα ζεστό μπάνιο, να νιώσει καλύτερα, κι ας αφήσει τα υπόλοιπα για αύριο και για μεθαύριο, ακόμη και τα πλακάκια τα κάνει αύριο, το ξανασκέπτεται και το πρόβλημα με τα καθαριστικά της να δει πως θα μπορούσε να το λύσει. Ακόμη και μερικά πρακτικά, απ’ τα δικά της, θα μπορούσε να φτιάξει προσωρινά για την περίσταση σε τελευταία ανάλυση, μικρές ποσότητες για τις επόμενες μέρες μόνο, μέχρι να της φέρουν τα κανονικά.
Για τη μπανιέρα θα χρησιμοποιήσει απλώς το κοινό καθαριστικό για πορσελάνες και πλακάκια και τίποτα άλλο – ένα γρήγορο καθάρισμα να τελειώνει, δεν μπορεί πια! Άσε που η μπανιέρα, τεράστια όπως είναι, είναι άκρως κουραστική - χρειάζεται να τεντώνεται από δω, να τεντώνεται από κει για να φθάσει την κάθε γωνία. Ευτυχώς βέβαια που είχε προνοήσει και την είχαν φτιάξει υπερυψωμένη, οπότε η μέση της δεν ταλαιπωρείται και τόσο με το να σκύβει και να σηκώνεται συνέχεια Όχι βέβαια πως όταν είσαι νεώτερη σκέπτεσαι την πιθανή κατάσταση της μέσης σου στα τριανταεννιά, τό ’κανε απλώς για να μπορεί, κυρίως όταν είναι ακόμη και γονατιστή μέσα στη μπανιέρα, να έχει πλήρη ορατότητα του σώματός της στον καθρέπτη απέναντι, που πιάνει ολόκληρο τον επιμήκη τοίχο.

Λοιπόν, να ψεκάσει πρώτα μέσα σ’ όλη την επιφάνεια…, εντάξει, άστο κάτω τώρα το σπρέϋ,…. και μετά κάνει και το χείλος. Να την τρίψει κάπως με το σφουγγάρι, αν και τι βρώμα νάχει!, κάθε φορά που κάνει κάποιος μπάνιο εκεί μέσα, ακόμη κι ένα σκέτο ντουζ, τα παιδιά κυρίως, μπαίνει πάντα εκείνη αμέσως μετά και την περνάει ένα χέρι, έ, όπως και νάναι και τρίχες μένουνε, κολλάνε στα τοιχώματα και…
Κάποιος είναι απ’ έξω…. Ναι;, ανοιχτά είναι! Αυτό που τη δαιμονίζει πάντα είναι ότι αφού βλέπουνε πως είναι κάποιος μέσα, ότι είναι το φως αναμμένο, θα απαιτήσουν να μπουν οπωσδήποτε, δεν θα πάνε κάτω, ναι, είπα, έλα μπες! – περίεργο, τέτοιες αβρότητες! ….α, η Νεφέλη... επίσης περίεργο, τέτοια ώρα συνήθως δεν καταλαβαίνει Θεό, έχει πέσει ξερή…εκτός κι αν…εκτός κι αν κρυφάκουγε λίγο πριν! Έλα παιδί μου, έλα, μήπως θέλει να βγει η ίδια, βγαίνει αμέσως και συνεχίζει μετά, αλλά… τι έπαθε;, είναι καλά; Η Νεφέλη με τα πυζταμάκια της τα ριγέ, κοντό σορτσάκι τσαλακωμένο οριζόντια σαν ακορντεόν και μαζεμένο λίγο προς τα πάνω στον ένα μηρό και τα μαλλιά λυτά και τα μούτρα κρεμασμένα κάπως, το κάτω χείλος. Και τα μάτια ορθάνοιχτα επίσης, σίγουρα δεν κοιμότανε, ναι σίγουρα κρυφάκουγε...., άντε γιατί δεν μπαίνει;, τι στέκεται;, της είπε πως βγαίνει η ίδια, ένα δευτερόλεπτο και βγαίνει. Ως στήλη άλατος, η Νεφέλη, μισό μέτρο απ’ την πόρτα, και μετά, σαν ξαφνικά να λύθηκε, μάλλον το σαγόνι της, το κάτω χείλος, της θύμισε κάπως τη Νεφέλη μικρή σαν ήθελε να κλάψει, μαμά, της είπε και σταμάτησε, και τώρα ξαφνικά συνειδητοποίησε η Μαρία πως είχε καιρό να τη φωνάξει μαμά, ούτε θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά... μαμά θά ’θελα να σου πω…και σταμάτησε, κάνοντας δυο βήματα μπροστά και πάλι το κάτω χείλος να αιωρείται περίεργα, από αμηχανία μάλλον κι όχι από διάθεση να κλάψει, είναι φανερό, ναι;, τι συμβαίνει;… Ήθελε να της πει πως τη σκέπτεται, λέει – κομπιάζοντας - όλο αυτό το διάστημα τη σκέπτεται και πως την αγαπάει, να το ξέρει, να μην το ξεχνάει ποτέ, έτσι;, η Νεφέλη, λέει, την αγαπάει, για όλα που έχει κάνει γι’ αυτούς εκεί μέσα, γι’ αυτήν την ίδια ειδικά, για όλους, και που κάνει ακόμη και τώρα, κομπιάζοντας ξανά, να, που τώρα, τέτοια ώρα, που θά ’πρεπε να κοιμάται, φοράει τα γάντια και καθαρίζει το μπάνιο. Γι’ αυτούς. Και το κάτω χείλος μαζεύτηκε προς τα πάνω με μια απότομη σύσπαση, κάνοντας αμέσως μετά και μεταβολή, έλα εδώ!, τη σταμάτησε, περίμενε!, περίμενε αγάπη μου…. κι εγώ σ’ αγαπάω, το ξέρεις, δεν το ξέρεις;... σας αγαπάω όλους εδώ μέσα κι εσένα που είσαι και κορίτσι, η μόνη μου, η μονάκριβή μου κόρη και τον Αλέξανδρο και το Μάρκο και το μπαμπά, φυσικά το μπαμπά, απ’ τον μπαμπά ξεκινήσανε όλα, χωρίς τον μπαμπά δεν θα τους είχε, δεν θάταν ίδιοι κι αν τους είχε, ίδια παιδιά εννοεί, θάτανε διαφορετικά παιδιά, και να το ξέρει αυτό και την ευχαριστεί πολύ που ήλθε και της είπε πόσο πολύ την αγαπάει, όμως τώρα θα πρέπει να πάει για ύπνο, είναι αργά και θά ’πρεπε να είχε ήδη κοιμηθεί κι αύριο το πρωϊ πως θα σηκωθεί πάλι να πάει στο σχολείο;, πάλι θα γκρινιάζει αύριο το πρωϊ. Νά ’θει κοντά να την αγκαλιάσει,….. έτσι, με τα γάντια, δεν πειράζει, πειράζει; και μετά να πάει για ύπνο, της το υπόσχεται;, πως θα κλείσει τα μάτια και δεν θα σκέπτεται τίποτα;, αχ το κοριτσάκι μου!, αχ το κορμάκι μου!, πόσο καιρό είχε να νιώσει τη μυρωδιά του σαμπουάν στα μαλλιά της, σκέφθηκε, ούτε που μπορεί να θυμηθεί, κι ένα φιλάκι, τώρα, εδώ στο μάγουλο, να κοιμηθεί γλυκά η Συννεφούλα της, όπως όταν ήταν μικρή, μικρότερη, και τώρα μικρή είναι, κι ερχότανε πάντα ανεξαιρέτως να τη φιλήσει, έτσι;, να πάει αμέσως! Μεταβολή και πάλι, έτσι σαν νευρόσπαστο, με κατεβασμένα μάτια και χωρίς καν να γυρίσει για μια τελευταία ματιά, για ένα χαμόγελο ίσως και μετά στάθηκε στην πόρτα, γυρίζοντας κατά εκατόν ογδόντα μοίρες, με το αριστερο το χέρι σηκωμένο και το βραχίονα να εφάπτεται κατά μήκος στο πλαίσιο της πόρτας και κυτάζοντας τις παντόφλες της, μαμά, μίλησε ξανά κομπιάζοντας…γράφεις.... μυθιστόρημα; …Που της ήλθε αυτό;, της πήρε κάποιο χρόνο ν’ απαντήσει κάνοντας πρώτα και στα γρήγορα τους απαραίτητους συσχετισμούς η Μαρία, ω Θεέ μου!…Που της ήλθε αυτό, ρώτησε ξανά, κυτώντας την ευθεία στα μάτια αυτή τη φορά - έτσι… έτσι, της είπε, είχε κυκλοφορήσει μια τέτοια φήμη παλιότερα, κάποιος, κάποια, δεν θυμάται, την είχε ρωτήσει, μα που να ήξερε, έτσι είχε απαντήσει, κι ούτε ήθελε να ρωτήσει τότε, δεν ήθελε μην και το κρατούσε μυστικό η Μαρία απ’ όλους τους, για έκπληξη τέλος πάντων, και της τη χάλαγε, μα, να, τώρα, πριν λίγο σκέφθηκε πως το μυθιστόρημα θα πρέπει να τελειώνει πια, ή νά ’χει ήδη τελειώσει, έτσι δεν είναι;, πόσο παίρνει ένα μυθιστόρημα να τελειώσει;, δεν ξέρει η Νεφέλη γι’ αυτό ρωτάει, μα …..βλέπει πως τη στενοχώρησε…να το ξεχάσει, να το ξεχάσει αμέσως, ίσως δεν θά ’πρεπε καν να ρωτήσει, ακόμη, αν δεν τό ’χει προχωρήσει αρκετά, συγνώμη αν τη στενοχώρησε δεν…θά ’ταν ωραίο όμως, μαμά, να, πως να το πει;, ενδιαφέρον, γι’ αυτό ρώτησε, εκείνη ποίηση κι η μαμά μυθιστόρημα, θά ’ταν…όχι, Νεφέλη, δεν γράφω μυθιστόρημα, φήμες είν’ όλ’ αυτά κι ούτε τη νοιάζει που τ’ άκουσε, όχι, οπωσδήποτε δεν τη νοιάζει…θα ταν ωραίο όμως, σίγουρα, ναι, συμφωνεί, και για τη Νεφέλη και για την ίδια και για όλους εκεί μέσα, ναι, για όλους, τι να πει;, θά ’ταν ωραίο, αλλά… δεν...δεν γράφει, τι να κάνει;, δεν είχε ποτέ αρκετό ταλέντο, δυστυχώς!, λυπάται αν την απογοήτευσε αλλά…. Και το ότι το σκέφθηκε όμως η Νεφέλη, το ότι το πίστεψε, να το ξέρει, την τιμάει, την κολακεύει…Εντάξει; …Σίγουρα εντάξει; Ισως όμως τώρα θα πρέπει πραγματικά να πάει για ύπνο και να μην τα σκέπτεται όλ’ αυτά, τίποτα, ούτε για μυθιστορήματα, ούτε για την πραγματικότητα, για τη ζωή τους - όλα είναι καλά, όλα είναι όμορφα εκεί μέσα κι ήσυχα κι απλά, όπως πάντα…. Έτσι; … Η πόρτα που ρολάρει αργά στους μεντεσέδες χωρίς ορατότητα αυτού που την τραβά και μετά το πόμολο απαλά – για να μην ξυπνήσουν οι άλλοι, φαντάζεται.

Στο χείλος της μπανιέρας και δεν την νοιάζει αν είναι κι αυτό κάπως ψεκασμένο, θά ’χουν στεγνώσει όλα τώρα πια - ουφ, τί ’ταν κι αυτό πάλι; τι σοκ; ….δεν…δεν μπορεί να το πιστέψει, να τα χωρέσει όλα στο κεφάλι της, όλ’ αυτά, και εντελώς στα ξαφνικά! Ωχ Θεέ μου! Θεέ μου! Δεν θα ησυχάσει ποτέ, τελείωσε, τέρμα και τελεία, ποτέ δεν θα πρέπει να πει πια πως τελείωσε, ακόμη και τώρα, στο παραπέντε που λένε, εκεί που είπε δεν θα μου φέρει άλλη έκπληξη η μέρα, άλλη ταραχή - ορίστε! Όχι, δεν μπορεί. Κι ούτε έχει το κουράγιο να κάτσει να τα σκεφθεί τώρα όλ’ αυτά αναλυτικά, όσα λέχθηκαν, να ξεμπερδέψει το κουβάρι, ένα κουβάρι όλο το κεφάλι της, και τα καλά και τα κακά, γιατί δεν έγιναν, δεν ειπώθηκαν και λίγα μέσα σε πέντε λεπτά ή ίσως και λιγότερο! Θεέ μου, δος μου κουράγιο ν’ ανταπεξέλθω για όλους αυτούς που κοιμούνται εκεί μέσα. Μα όχι, δεν το αξίζει όλο αυτό, δεν το αξίζει πια, αρκετά βασανίστηκε, ένα χρόνο τώρα και μια ολόκληρη μέρα, δεκαεφτά ώρες στα πόδια της σήμερα και το κεφάλι της στην ανέμη, ήμαρτον Θεέ μου, δεν τ’ αξίζει, τι ύπνο θα κάνει με όλ’ αυτά στο μυαλό της πάλι;, πως θα τη βγάλει τη νύχτα;, τι εφιάλτες εφιαλτικούς θα δει ξανά και μετά φτου κι απ’ την αρχή αύριο! Δεν θα την αντέξει άλλη μια τέτοια μέρα! Όχι, όχι, θα κάνει πάλι ό,τι έκανε και με την Κάτια που της μίλησε για την κατσαρίδα, κι είπε αυτό δεν θα το επεξεργαστώ τώρα, απόψε, αυτό θα το απωθήσω, θα τ’ αφήσω για αύριο, μέρα του Θεού είναι κι αύριο, το ίδιο θα κάνει και με τη Νεφέλη τώρα λοιπόν - αχ το παιδάκι της, αχ το μωρό της, τι γλυκό!, τι αγαπημένο!, παιδί δικό της, κομμάτι της, με μια σπάνια ωριμότητα για την ηλικία της, κι ας την έχει κατηγορήσει τόσο το τελευταίο διάστημα, σαν αδιάφορη και τομαράκι και κλεισμένη στον εαυτό της. Ορίστε λοιπόν που βγήκε και κάτι καλό απ’ αυτήν την ιστορία, πάντα υπάρχει και η θετική όψη των πραγμάτων και σ’ αυτήν θα πρέπει να μάθει να επικεντρώνεται περισσότερο, όλοι αυτό κάνουν, είναι σίγουρη και γι’ αυτό επιβιώνουν άνετα κι ώραία και με δέρμα φρεσκότατο, όλοι επιβιώνουν κι ας κάνουν τα μύρια όσα, σημεία και τέρατα, λες και δεν τα ξέρει;, λες και δεν τ’ ακούει ή δεν τα βλέπει στην τηλεόραση;, μα εκείνη έχει μάθει από παιδί να διυλίζει τον κώνωπα, ε, πρέπει να μάθει λοιπόν να καταπίνει και καμήλες, πιο συχνά εν πάσει περιπτώσει - το παιδάκι της νάν’ καλά, το κοριτσάκι της και όλα της τα παιδιά, κι ο Φαίδων νάν’ καλά, ο καλός, ο τίμιος, ο αγαπημένος Φαίδων! Το άλλο της κομμάτι!

Να κουνηθεί, να τελειώνει με την μπανιέρα, τι κάθεται;, είπαμε κουμπάκι και πάμε παρακάτω!, η βραδυά συνεχίζεται, η ζωή της συνεχίζεται, να τελειώνει με τη μπανιέρα στο πι και στο φι, και μετά να τη γεμίσει και κάπως να φτιάξει την ατμόσφαιρα εκεί μέσα, δεν της έχει μείνει άλλωστε και πολλή ώρα. Δώδεκα παρά τέταρτο ήδη και δεν έχει κάνει ούτε το ένα τρίτο απ’ αυτά που υπολόγιζε να κάνει, αυτή ο άσπρος σίφουνας που τη λέει ο Φαίδων, αλλά μεσολάβησαν διάφορα, κυρίως η Νεφέλη λίγο πριν, κι είναι και τόσο κουρασμένη άλλωστε. Δεν αποδίδει.
Το ντουζ, όχι πολύ δυνατά όμως, δεν χρειάζεται να πεταχτούν τα νερά από δω κι απο κει και να μαζεύει μετά, δεν είναι στην κατάλληλη διάθεση. Όχι περιττές υποχρεώσεις απόψε. Έτσι, απαλά, όσο που να πάρει τον αφρό απ’ το σπρέυ,
κι ούτε που τη νοιάζει να τρίψει, μια χαρά είναι η μπανιέρα, τι έχει;…
έτσι λίγο και στο χείλος γύρω-γύρω...., πιο σιγά μην βγούνε έξω τα νερά...., δεν χρειάζεται σπρέϋ εδώ, στο χείλος, πεντακάθαρη είναι, όσο τουλάχιστον μπορεί να δει, την κάνει αύριο, ολόκληρη, καλύτερα, πιο σχολαστικά. …
Αυτό ήτανε. Όλα γίνονται τόσο εύκολα όταν θέλει. Αλλά πρέπει να πιάσει πάτο για να τ’ αποφασίσει: να πει, μέχρι εδώ! Και τον καθρέπτη δεν θα τον κάνει τελικά! Θα της τελειώσει όλο το σπρέϋ, έτσι τεράστιος που είναι, κι αν της προκύψει αύριο κάτι επείγον δεν θά ’χει να κάνει τη δουλειά της. Τον πέρασε άλλωστε το πρωϊ σε κάποια σημεία.
Λοιπόν, το θερμόμετρο, που τό ’χει βάλει;, πρέπει νά ’ναι στο ντουλάπι πάνω απ’ το πλυντήριο,… ΟΚ., ειδικά το βράδυ ρυθμίζει πάντα με θερμόμετρο τη θερμοκρασία του νερού – λίγο πιο κρύο ή λίγο πιο ζεστό και της επηρεάζει άμεσα τον ύπνο της μετά, την ποιότητα του ύπνου, από το πόσο γρήγορα θα κοιμηθεί μέχρι το πόσο βαθύ ύπνο θα κάνει.
Αχ ναι, και το φως, πώς το ξέχασε;, τόσο πολύ φως τέτοια ώρα είναι έγκλημα, η μελατονίνη της θα είαι στο μηδέν! Τα κεριά γρήγορα…και τα σπίρτα…, τρία κεριά αρκούν…εδώ είναι, νά τα, και τα σπίρτα επίσης, λοιπόν, ένα στο κάτω μέρος της μπανιέρας ...έετσι, και τ’ άλλα δύο απέναντι στις δυο πλευρές του πάγκου. Ωραία! Τέρμα στην μπανιέρα όμως, όσο γίνεται πιο κοντά στον τοίχο, μην πεταχτεί νερό και το σβήσει. Εντάξει.
Το φως τώρα. Υπέροχα! Όπως χθες βράδυ, όπως προχθές. Όπως πάντα. Τουλάχιστον όσο θυμάται. Τα πιο πολλά βράδυα τέλος πάντων. Κι αυτό που της λείπει για να συμπληρωθεί το σκηνικό είναι ο ήχος του νερού: ο ήχος της μπανιέρας που γεμίζει. Και που αλλάζει σταδιακά, γίνεται πιο ήπιος και πιο χοχλακιστός, πιο υπόκωφος, όσο η στάθμη του νερού ανεβαίνει. Πόσο την ηρεμεί αυτός ο ήχος! Θά ’θελε αν είναι δυνατόν να μπορεί να κρατήσει για πάντα. Να φέρει και κανένα ποτάκι, κάτι αλκοολούχο ή μήπως θα τη ρίξει απόψε; Μμμμ, κι αν τη ρίξει, τι έγινε; Θα πάει να κοιμηθεί αμέσως, πτώμα όπως είναι, θα πάει και θα πέσει ξερή. Μια βότκα, μια διπλή βοτκούλα όπως συνήθως απ’ την κατάψυξη θά ’ναι ότι πρέπει.
Το θερμόμετρο, μμμ, είναι εντάξει, ίσως λίγο το ζεστό πιο πολύ.
Και τα ελιξήριά της: αφρόλουτρο με άρωμα λεβάντας και μερικές σταγόνες από αιθέρια έλαια, λεβάντας και χαμομηλιού – χαλαρωτικά και τα δύο και ταυτόχρονα υπνωτικά. Ειδικά το άρωμα λεβάντας την τρελλαίνει. Αν και τη βασική δουλειά νομίζει την κάνει η θερμοκρασία του νερού και τα κεριά. Πέρα απ’ το ότι ο εγκέφαλος βοηθιέται με την έκκριση των κατάλληλων ορμονών κλπ., αυτό λένε τουλάχιστον οι ειδικοί, εκείνην πάνω απ’ όλα την χαλαρώνει το φως των κεριών που δίνει κίνηση εκεί μέσα, σε τοίχους, επιφάνειες, αντικείμενα. Αλλά κι αυτή η ίδια νιώθει διαφορετική, κάπως σαν αόρατη, γυμνή μεν, που όμως κανείς δεν θα μπορούσε να τη δει καθαρά, να δει ίσως ατέλειες και δυσμορφίες. Αν και δεν είναι ακριβώς αυτό, ποτέ δεν είχε πρόβλημα με τις ατέλειές της για να εκθέσει το σώμα της γυμνό, είναι που νιώθει εδώ γυμνή, μέσα σ’ ένα μυστηριώδες περιβάλλον, ένα κινούμενο ζωντανό σχεδόν περιβάλλον που δεν ξέρει ανά πάσα στιγμή τι θα μπορούσε να της φέρει, τι θα μπορούσε να της προκύψει. Κάτι καλό φυσικά. Αλλά και κάτι αποκλειστικά στην φαντασία της – ως συνήθως. Βλέπει την λουομένη του Ντεγκά απέναντι, στο κενό αντεστραμένο πι, που σκόπιμα υπάρχει στα πλακάκια για να τη φιλοξενήσει, τη βλέπει επίσης να ζωντανεύει στο φως των κεριών, στις απρόβλεπτες κινήσεις των κεριών που ανεβοκατεβάζουν τη σκιά τους σαν αυθαίρετο γράφημα πάνω στους τοίχους, τους κατά τ’ άλλα παγερούς κι ακίνητους, κάνοντάς τους μαλακούς σαν μουλιασμένο δέρμα στα αναζωογοννητικά άλατα του αφρού – ποιος ξέρει άραγε τι μυστικά να κρύβει η λουομένη, τι φοβερά μυστικά, ακολασίες και σεξουαλικά εγκλήματα ίσως, ή έστω απλώς με σεξουαλικά κίνητρα. Μόνο μια πόρνη, μια εταίρα έστω περιωπής, θα μπορούσε να ποζάρει γυμνή σ’ έναν άντρα, ειδικά εκείνη την εποχή. Και πως να τέλειωσε τη ζωή της άραγες; Ορίστε, τέτοια πράγματα της κάνουν τα κεριά εκεί μέσα. Στο κεφάλι της. Τέτοιες σκέψεις!
Μόνο που θα πρέπει να πάει γρήγορα να πάρει τη βότκα να μην κρυώσει το νερό. Α, ναι, και το μπουρνούζι. Ξέχασε το μπουρνούζι …κάτω απ’ τον πάγκο… ΟΚ. Στην κρεμάστρα, δίπλα στην μπανιέρα.
Θαυμάσια! Έτοιμη.





Λίστα όλων των Συγγραφέων