Συγγραφέας του μήνα

Γιάννης Μακριδάκης

Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό "Πελινναίο".

Εργογραφία:
(2010) Ήλιος με δόντια, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2009) Η δεξιά τσέπη του ράσου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2008) Ανάμισης ντενεκές, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
(2007) 10.516 μέρες ιστορία της νεοελληνικής Χίου, 1912-1940ς, Πελινναίο
(2006) Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι• όλοι, Πελινναίο

Απόσπασμα

Η δεξιά τσέπη του ράσου (Κεφ.3)
(Εκδόσεις της ΕΣΤΙΑΣ)

Ο Μάρκος ήτανε ένας άνθρωπος τραχύς. Τριγύρω στα εξήντα με μια όψη μόνιμα βλοσυρή σα να ’χε ακούσει κάθε στιγμή το πιο κακό μαντάτο. Το πρόσωπό του, σμιλεμένο από την αρμύρα δεν έκανε ποτέ καμιά σύσπαση εκτός από την κίνηση των χειλιών στη ρουφηξιά του τσιγάρου. Τα μαλλιά του ήτανε πυκνά και πάλλευκα και το κεφάλι του δεν έστρεφε ζερβόδεξα παρά μόνο μαζί με τον κορμό του. Περπατούσε αργά κοιτάζοντας ευθεία μπροστά, με το κορμί του άκαμπτο λες και δεν αντιλαμβανότανε διόλου τον κόσμο γύρω του. Ήτανε σα να τον σκάλισε ένας πετροκόπος στο βράχο πριν χρόνια, κι αυτός βαρέθηκε εκεί καρφωμένος ν’ αγναντεύει το πέλαγος, ξεκόλλησε κι έπιασε να περιφέρεται, πέτρινο ομοίωμα ανάμεσα στους ανθρώπους. Έφτασε με βήμα αργό στο μοναστήρι. Από το δρόμο ακόμα είδε το Βικέντιο ανεβασμένο στα κεραμίδια πάνω απ’ την πύλη, δίπλα στο καμπαναριό να κοιτάζει πέρα το φουρτουνιασμένο πέλαγο. Κρατιότανε από την αλυσίδα του σήμαντρου και τα ράσα του φουσκώνανε στην πνοή του κρύου βοριά. Σαν του Θησέα το βαπόρι έμοιαζε που ερχότανε πλησίστιο ολοταχώς στα μαύρα και το ’βλεπε ο πατέρας του απ’ το Σούνιο. Μαύρα μαντάτα. Ο Μάρκος έφτασε και στάθηκε από κάτω, δίπλα στον ιστό της σημαίας που φούσκωνε κι αυτή και χτυπολογούσε υψωμένη κατάκορφα. Έλα κάτω, του έγνεψε δίχως να κάνει προσπάθεια ν’ ακουστεί απ’ το βουητό του αέρα και ύψωσε το χέρι του να δείξει τη σύριγγα που έφερνε, παραγγελιά του καλόγερου για να ταΐσει τα νεογέννητα. Δρασκέλισε δίχως να χασομερήσει το ανοιχτό πορτόφυλλο της πύλης.
Ο Βικέντιος μάζεψε το αντερί στη μέση του και κατέβηκε με δυσκολία τη σιδερένια στριφογυριστή σκάλα. Στάθηκε πλάι του βλοσυρός, άφησε το ράσο να πέσει και στηρίχτηκε στο κούντρο του κλειστού φύλλου του πόρτεγου. Ήτανε η όψη του κέρινη, το στόμα του ξερό και κολλημένο, τα μάτια του βυθισμένα στις κόγχες τους, κατακόκκινα. Κοιτούσε με προσμονή το Μάρκο κι εκείνος δεν άργησε να μιλήσει. Δε μου λες παπά, πότε περιμένεις να κατεβάσεις τη σημαία, ο Αρχιεπίσκοπος πέθανε, δεν το ’μαθες εσύ ακόμα; Του ’χωσε μες τη χούφτα και τη σύριγγα κι έστρεψε με το γνωστό ανέκφραστο τρόπο του να πάει κατά το μαγειριό να ψήσει τον καφέ του. Ο καλόγερος βημάτιζε με δυσκολία από πίσω του ψελλίζοντας. Δε με πήρανε τηλέφωνο από τη Μητρόπολη να μου το πούνε. Επίσημα δεν έμαθα τίποτα. Μόνο στο ραδιόφωνο τ’ άκουσα πρωί πρωί, Θεός σχωρέσ’ τονε. Σταυροκοπήθηκε. Του Μάρκου δεν ίδρωσε τ’ αυτί του. Πάτησε με το δάχτυλο τη μπετούγια και κατέβηκε σκυφτός τα τρία σκαλιά του μαγειριού. Από το παραθύρι του νεροχύτη λαμποκοπούσε η αφρισμένη θάλασσα σε μια ξεστρατισμένη αχτίνα. Τα κύματα τρέχανε αλαφιασμένα κατά το νοτιά. Πήρε από το τραπέζι ένα μεγάλο μπρίκι, το γέμισε με δυο δόσεις νερό από την πήλινη κανάτα και τ’ απόθεσε στο πετρογκάζ. Φλόγισε με το τσακμάκι του την εστία και μετακίνησε με τα χοντροδάχτυλά του τη στρογγυλή μαντεμένια πλάκα της να πάει η φωτιά ολόγυρα. Ύστερα άναψε ένα λευκό τσιγάρο που κρεμότανε, από το δρόμο ακόμα, στα χείλη του. Πιο δίπλα η στόφα σιγόκαιγε κι η γάτα καθιστή κοντά στην καυτή της ανάσα την κοιτούσε και ανοιγόκλεινε νυσταλέα τα μάτια της. Όση ώρα ο Μάρκος ανακάτευε τον καφέ στεκότανε αμίλητος και κοίταζε ίσια μες το μπρίκι. Ο Βικέντιος πήγε κοντά του. Ακόμα είναι ζεστή, δίπλα στα παιδιά της. Δεν την έβγαλα, δε θες να τη δεις, τον ρώτησε και η φωνή του ίσα που βγήκε από το ξεραμένο του στόμα. Στα δάχτυλά του έπαιζε νευρικά τη σύριγγα. Ο καφές έβρασε και ο Μάρκος γέμισε την κούπα. Έσβησε και τη φωτιά. Έστρεψε ύστερα μονοκόμματος και πήρε μια γερή ρουφηξιά, αφού πρώτα φύσηξε μέσα στην κούπα τον καπνό της ανάσας του. Πλατάγισε τα χείλη του ανέκφραστος. Και πολύ βάστηξε, οχτώ μήνες τον παίδεψε ο Θεός, είπε και πιπίλισε το τσιγάρο του. Τέτοιος ιεράρχης δεν ξαναγίνεται. Ο καλόγερος έριξε τη σύριγγα στην τσέπη του, έπιασε με μια βιαστική κίνηση το μπρίκι και το πήγε στο νεροχύτη. Άνοιξε τη στρόφιγγα της παλιάς βρύσης που κρεμότανε στον τοίχο και το γέμισε νερό γέρνοντάς το από δω κι από κει για να ξεπλύνει τον ξεραμένο καφέ από τα χείλια του. Με την άκρη του ματιού του είδε το Μάρκο να ανεβαίνει τα σκαλιά για να βγει στον αυλόγυρο. Παράτησε το μπρίκι μέσα στη γούρνα και δίχως να πει κουβέντα, σφουγγίζοντας τα χέρια του στο αντερί, τον πήρε από πίσω με βιάση.
Σε λίγο μπήκανε στο καλογερικό δώμα που είχε φωτιστεί από τη μέρα. Ένα στενό κρεβάτι με σιδεριές, ένα μικρό τραπέζι γεμάτο θρησκευτικά βιβλία και μια ξύλινη μικρή ντουλάπα η επίπλωση. Σε μια σανιδένια εταζέρα πάνω από το παράθυρο ήτανε ξεχασμένο από χρόνια ένα λαδοφάναρο, στους ρωγμιασμένους τοίχους κρεμότανε κονίσματα και μαύρα ρούχα χυμένα από καρφιά σαν άψυχα κορμιά μοναχών. Πάνω από το κεφαλάρι του κρεβατιού ο Άγιος Χριστόφορος και οι Άγιοι Βίκτωρες βλογούσανε τους διακονητές. Το ραδιόφωνο είχε απομείνει από το πρωί αναμμένο και γέμιζε το χώρο με τη μουρμούρα του. Στη Μητρόπολη Αθηνών και σε τριήμερο λαϊκό προσκύνημα θα εκτεθεί το σκήνωμα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος θα συνεδριάσει το μεσημέρι για να αποφασίσει τις λεπτομέρειες της κηδείας. Η κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος και οι σημαίες θα κυματίζουν μεσίστιες σε όλα τα δημόσια καταστήματα και τις εκκλησίες της επικράτειας. Πληροφορίες επαναλαμβανόμενες ξανά και ξανά σαν τον ψυχρό άνεμο που ερχότανε κατά πνοές αλλεπάλληλες, τρύπωνε μέσα από το ορθάνοιχτο πόρτεγο του κελιού και τους χτυπούσε στην πλάτη. Είχανε σταθεί και οι δυο στη μπασιά και ακούγανε ένα γύρο τα νέα, ο Βικέντιος ξανάβγαλε τη σύριγγα από την τσέπη του και την πασπάτευε αμήχανα κοιτάζοντας με βλέμμα θλιμμένο μες την κασέλα και ο χωρικός ρουφούσε μια από την κούπα και μια από το τσιγάρο του. Ώσπου κλασική μουσική διάκοψε τη ροή των ειδήσεων. Ο Μάρκος τότε προχώρησε βαριά, τρίξανε τα σανίδια, ακούμπησε τον καφέ του στο τραπέζι, πάνω σ’ ένα βιβλίο, και με το τσιγάρο στα χείλη να θυμιάζει το νεκροθάλαμο πλησίασε την ψαροκασέλα του θανάτου και της ζωής. Άκουσες παπά; Κανόνισε τη σημαία, μουρμούρισε ανέκφραστος, έσκυψε κι έπιασε τη νεκρή σκυλίτσα από τα δυο μπροστινά της ποδαράκια. Σήκωσε το άψυχο κορμάκι της και τα μικρά κλαψουρίσανε νιώθοντας τη ζέστα της να απομακρύνεται. Το ένα, που ήτανε κολλημένο στο βυζί και πάσχιζε, αιωρήθηκε για μια στιγμή και έπεσε σαν ώριμο σύκο μέσα στις πτυχές του ματωμένου από τον τοκετό ράσου. Έβγαλε μια κραυγή αλλόκοτη, πιο δυνατή από τ’ άλλα. Ο χωρικός, σα να βαστάει λαγό από τ’ αυτιά, κατευθύνθηκε προς την πόρτα του κελιού δίχως να ρίξει ματιά στον καλόγερο. Πού την πας, ψέλλισε ο Βικέντιος, πέταξε τη σύριγγα πάνω στο κρεβάτι και κίνησε πίσω του. Τα κουτάβια πιάσανε ένα κλάμα γοερό, διαπεραστικό. Ο άλλος δρασκέλισε αμίλητος το κατώφλι και πάτησε στα σκισμένα από τις καθιζήσεις τσιμέντα του αυλόγυρου. Ο αέρας φυσούσε με πιότερη ακόμα μανία. Ανέβηκε στο χτιστό κάθισμα του τοιχογυριού και πρόβαλε το κεφάλι του πάνω από την οχύρωση. Ο βοριάς τον βρήκε αφύλαχτο και πήγε να του πάρει το τσιγάρο απ’ το στόμα. Το στερέωσε με το ελεύθερο χέρι και πήρε στάση πλάγια, μετεωρίζοντας με το άλλο τη νεκρή σκυλίτσα πίσω του. Ο Βικέντιος κατάλαβε. Μόλις τον είδε να στέκει σαν ψαράς έτοιμος να ρίξει πεταχτάρι, όρμησε πάνω του μ’ ένα πήδο. Μουγκρίζοντας σαν αγρίμι τού τράβηξε με δύναμη το νεκρό κορμί, μαζί και το χέρι. Κρεμάστηκε ολάκερος πάνω του και ο άλλος παραπάτησε σα να τον πήρε ο αέρας, έπεσε από το πεζούλι και στάθηκε με δυσκολία όρθιος μέσα στην αυλή του μοναστηριού. Θα με σκοτώσεις τρελόπαπα, σφύριξε μες τα δόντια του, ενώ ο Βικέντιος πάσχιζε να ξαγκιστρώσει τη νεκρή Σίσσυ από τα δάχτυλά του που ’χανε σφίξει σα μέγγενη. Άσ’ την κάτω καταραμένε, άσ’ την, άσ’ την, φώναζε κι έκλαιγε με λυγμούς. Ο Θεός σε βλέπει καταραμένε, θα σου στείλει μεγάλο κακό, μούγκριζε κι άφριζε, τραβούσε και κλοτσούσε, ώσπου ο χωριάτης άνοιξε απαθής το χέρι του κι έπεσε ο καλόγερος στο τσιμέντο βαστώντας το νεκρό σκυλί στην αγκαλιά του. Ένα μαύρο σύννεφο άνοιξε κι ο ήλιος έστειλε μες τον αυλόγυρο το φως του. Φώτισε τον καλόγερο που πεσμένος ανάσκελα κοιτούσε με μάτια έντρομα τον άγριο. Αυτός, ολόρθος από πάνω του, ανέκφραστος ρουφούσε το τσιγάρο. Ήθελα να ’ξερα τι θα την κάνεις. Θα βρομίσεις στο τέλος. Φερ’ την εδώ να της δώσω μια να πάει στη θάλασσα, μουρμούρισε και άπλωσε πάλι το χέρι του να την ξαναπάρει. Ο Βικέντιος αγκάλιασε με ακόμα πιο μεγάλο πάθος την αγαπημένη του σκυλίτσα. Ζάρωσε και τα πόδια του μες το αντερί κι έμεινε εκεί πεσμένος στο κρύο τσιμέντο. Σφάλισε τα μάτια του με το ρασομάνικο να μη τον βλέπει. Φύγε καταραμένε, ό,τι θέλω θα την κάνω, φύγε, άρχισε πάλι να κλαίει με λυγμούς και να τραντάζεται το είναι του. Ο Μάρκος έστρεψε όλο του το κορμί και μπήκε στο κελί, πήρε τον καφέ του από το τραπέζι και ξαναβγήκε με βήμα αργό, μονότονο, γλείφοντας απ’ το πανώχειλό του το μαυροζούμι. Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, είπε με τη γνωστή άχρωμη φωνή του καθώς απομακρυνότανε, αλλά κατέβασε τη σημαία στα μισά. Εθνικό πένθος, δεν άκουσες; Τριήμερο. Θα ’ρθει κανένας χριστιανός, μέρα που είναι, να προσευχηθεί για την ψυχή του Αρχιεπίσκοπου και είναι ντροπή έτσι που την έχεις γιορτερή. Μπήκε στο μαγειριό και άφησε την κούπα. Ξαναβγήκε και κοντοστάθηκε στην πόρτα. Άναψε κι άλλο τσιγάρο και έριξε μια τελευταία ματιά στον πεσμένο κατάχαμα μοναχό που έτρεμε σύγκορμος, κουνώντας επιτιμητικά το κεφάλι και όλο τον κορμό του. Ύστερα έσυρε αργά τα βήματά του κατά την έξοδο. Ο Βικέντιος χαλάρωσε, ξέσφιξε το μακάβριο λάφυρο από πάνω του, μα η καρδιά του χτυπούσε ακόμα δυνατά και η ανάσα του ήτανε βαριά σαν αγριμάκι που μόλις γλίτωσε από τη μανία του ανθρώπου.


Λίστα όλων των Συγγραφέων