Συγγραφέας του μήνα

Ιωάννα Καρυστιάνη

Η Ιωάννα Καρυστιάνη γεννήθηκε στα Χανιά το 1952 από Μικρασιάτες γονείς. Σπούδασε νομικά. Δούλεψε ως σκιτσογράφος. Βιβλία της: Με γκρι και γκρίζο, σκίτσα (Εκδόσεις Αίολος, 1985), Ένα σκίτσο στο τσεπάκι, σκίτσα (Εκδόσεις Αίολος, 1987),Κυρία Κατάκη, διηγήματα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1995), Μικρά Αγγλία, μυθιστόρημα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1997), Κουστούμι στο χώμα, μυθιστόρημα (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000), O άγιος της μοναξιάς (Eκδόσεις Kαστανιώτη, 2003). Έχει επίσης γράψει το σενάριο της ταινίας «Nύφες» (Eκδόσεις Kαστανιώτη, 2004).

Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:

Σουέλ, 2006
Νύφες, 2004
Ο άγιος της μοναξιάς, 2003
Κουστούμι στο χώμα, 2000
Μικρά Αγγλία, 1997
Η κυρία Κατάκη, 1995

Απόσπασμα από το βιβλίο της Σουέλ

Με τα φώτα του πορτ πιρί σπαρμένα στο λόφο τους, τρία μίλια πίσω, ώρα πέντε το πρωί, όπως πάντα εδώ και τέσσερα χρόνια, ο άσπρος γάτος ακροβατώντας χορευτικά πάνω στο ρέλι, οι ροζ πατούσες πουέντ, η ουρά παλλόμενο κοντάρι ισορροπιστή στον αέρα, έφερε γύρο αργά όλο το πλοίο, διακόσια εβδομήντα μέτρα, σταμάτησε στην πρύμη και υποκλίθηκε μπροστά στους δυο άντρες, που στέκονταν με τα πόδια σε διάσταση και τα χέρια δεμένα πίσω από τη μέση.
― Η Μαρίτσα, είπε ο υποπλοίαρχος Κλεάνθης Μπιρμπίλης.
Πριν από αυτήν τη Μαρίτσα, την ίδια χορογραφία εκτελούσε για τρία χρόνια η Μαρίτσα η μαμά του, πριν από τη μαμά ήταν ο παππούς Μαρίτσα, πιο πριν η προγιαγιά Μαρίτσα κι ακόμη πιο πριν ο πρώτος και αξεπέραστος διδάξας, ο κομψός αρσενικός γάτος με το θηλυκό μπρίο και τις φιγούρες τσα-τσα, σόι κι εκείνος και, χωρίς συζήτηση, Μαρίτσα. Όλα τους γατιά που έζησαν εν πλω.
― Στην Κούβα οι Ισπανοί περάσανε από στρατοδικείο μια γάτα των ιθαγενών, επειδή κατασπάραξε έναν παπαγάλο τους, και τη στείλανε στο εκτελεστικό απόσπασμα, είπε στη Μαρίτσα ο σαραντάρης υποπλοίαρχος, η καθημερινή παράσταση του γάτου έφερνε τακτικά στο προσκήνιο ιστορικές λεπτομέρειες από το ανεξάντλητο κεφάλαιο γάτες.
Όταν πια έφεξε, μόνο τα αγγούρια προλάβαμε και χαρήκαμε, ο κήπος αργούσε, μίλησε και ο καπετάνιος Μήτσος Αυγουστής, μετρίου αναστήματος, φρεσκοσιδερωμένος, με λευκά ως τους ώμους μαλλιά και κυματιστή μέχρι το στέρνο ασημένια γενειάδα, που φώναζαν τα εβδομήντα πέντε χρόνια του και μύριζαν πάθος για σαμπουάν και κολόνιες.
Αγγούρια και κήπος, λόγια δανεικά, του πατέρα του, που αναφέρονταν στο περιβολάκι του Ατζανού, αρχές Σεπτεμβρίου του 1922.
Ο Τριαντάφυλλος Αυγουστής, τριαντάρης τότε ψαράς, είχε δέσει με σκοινί την τρίχρονη κόρη του Πελαγία στη μέση της γυναίκας του, που φυλούσε στην αγκαλιά της τον ασαράντιστο Δημητράκη, ανέβασε την οικογένεια στον δεκάμετρο κοκκινομπλέ Γαρύφαλλο του αφεντικού, βοήθησε να βολευτούν όπως όπως και οικογένειες γειτόνων, και σε απανωτές διαδρομές μαζί με τους άντρες από άλλα τρία ψαροκάικα και ποσταλάκια σήκωσαν όλο τον Ατζανό και τον άδειασαν απέναντι.
Και κάθονταν μετά να κοιτάνε τους καπνούς. Σμύρνη και λοιπά, τα γνωστά. Το άλλο πρωί Γαρύφαλλος και Τριαντάφυλλος πουθενά. Το παράλλο τα ίδια.
Ο σγουρομάλλης ψαράς με τα καστανά μάτια, που όταν βούρκωναν φούσκωναν και μύριζαν καφέ με καϊμάκι, πήγε να σκάσει γιατί ξέχασε στη Μικρασία τη γάτα του. Ένα μήνα πριν από το φευγιό η Μαρίτσα, έγκυος, με μια οχιά διπλοτυλιγμένη στην κοιλιά της σύρθηκε μισοπεθαμένη μέχρι το μόλο και στάθηκε μπροστά στον Γαρύφαλλο νιαουρίζοντας ξεψυχισμένα.
Δυο άντρες που μπάλωναν τις αλαμάνες και τα σαρδελιά έσπασαν μια ψαροκασέλα, μοιράστηκαν τις σανίδες και κοπανούσαν το φίδι μέχρι που του ’λειωσαν το κεφάλι.
Ο Τριαντάφυλλος Αυγουστής γύρισε μόνος απέναντι να ψάξει τη Μαρίτσα και τα τρία γατιά της.
Εφτά μέρες μετά, ενώ πια η γυναίκα του τον έκλαιγε και ο αφεντικός του έκλαιγε και τον εργάτη και το καΐκι του, δεκάδες Ατζανιώτες στέκονταν βουβοί και σκούροι μοβ, σαν το σούρουπο στα βραχάκια της Λέσβου, να κοιτούν τα δυο λουλούδια τους, Γαρύφαλλο και Τριαντάφυλλο, να επιστρέφουν, και να ακούν ένα χαλασμό από νιαουρητά. Το καΐκι ερχόταν γιαλοπερίγιαλα κουβαλώντας την τελευταία φουρνιά της προσφυγιάς, τις είκοσι εφτά γάτες του Ατζανού, όσες ξετρύπωσε ο ψαράς γυροφέρνοντας με προφυλάξεις την κωμόπολη-φάντασμα.
Τις μοίρασε στους αφέντες τους, οι Γιατζόγλου πήραν τη Χανούμ, ο Γιοβανάκης την Κική του, οι Χειριμπέρηδες την Αθηνά τους, η Ελένη την Ελένη της κι ο Σωτήρης τον Σωτήρη του, αλλά κανείς τους, ούτε εκείνη τη μέρα ούτε μετά, δεν πήρε κουβέντα από τον παράτολμο Τριαντάφυλλο για όσα είδε πίσω. Ρώτα τη γάτα να σου πει την ιστορία της, απαντούσε κι έφευγε μακριά.
Από το 1922 δεν ξανασήκωσε τα μάτια στον έναστρο ουρανό. Έπαθε ατονία των νεύρων και το ’ριξε στις γάτες, να τις χοντραίνει με άφθονα κοκκάλια και καταμάχια, άφηνε μάλιστα την αρχική και όλες τις κατοπινές Μαρίτσες να φωλιάζουν στα γλωσσόδιχτα και στα μπαμπουνερά και εκμεταλλευόμενες την αδυναμία του να τα ξεσκίζουν με τα νύχια και τα σάλτα τους.
Τα μάτια πάντως του Τριαντάφυλλου Αυγουστή, όλο και πιο συχνά υγρά, μοσχομυρίζανε ακόμη και ανάβανε την Ελευθερία του, τα τζάμπα καϊμάκια η μόνη χαρά μες στην ανέχεια εκείνα τα χρόνια που οι άνθρωποι όλο φεύγανε, όλο χάνανε.
Αλλά άλλο παιδί δεν έγινε, η αραχνοΰφαντη Μερσίνα χάθηκε στα εφτά της από πνευμονία και το ζευγάρι απόμεινε με το μοναχογιό, το χαϊδεμένο γαλανομάτικο του Συνοικισμού, ένα αφρόψαρο που κυμάτιζε στα χωράφια με τις μυριάδες κίτρινες μαργαρίτες. Στην Ελλάδα πια. Το κύμα του φευγιού είχε μοιράσει τον κόσμο εδώ κι εκεί, η δική τους τύχη ήταν η φτώχια της Ελευσίνας.
Στην πρύμη του φορτηγού athos iii χαϊδεύοντας τη Μαρίτσα με τα μισοφαγωμένα αφτιά, εκείνος ο γιος, σήμερα καπετάνιος, θυμήθηκε την ιστορία χωρίς να την ξαναπεί και ο υποπλοίαρχος τη θυμήθηκε χωρίς να την ξανακούσει, ήταν γνωστή, η φράση για τα αγγούρια έφτανε, έσερνε άλλες τριάντα στο μυαλό, που φτιάνανε το σύνολο της τραγωδίας.
― Καλημέρα.
Ο Σταμάτης Βεκρέλης, ο χοντρούλης καμαρότος, έφερε το δίσκο, έβαλε στο γάτο το μπολάκι με το γάλα, πρόσφερε την καθιερωμένη κουταλιά τεκίλας για τους ρευματισμούς και το διπλό σκέτο στον Αυγουστή, μετά το φραπόγαλο στον άλλο και με τις πρώτες γουλιές τούς άφησε πάλι μόνους, για να φτάσουν οι δυο τους κεφάτοι, σαν ξαναπαντρεμένοι, στον Ιανουάριο του 1997 και στη Γυναικάρα με τα κόκκινα.
Το πακέτο της Wallport περιείχε κατά λάθος τις ίδιες ταινίες του προηγούμενου εξαμήνου, όλες παλιές, Ο καλόγερος που εμπιστευόταν τον Θεό, Τρελές σφαίρες 2 1/2, Κεραυνοί στην άσφαλτο, παναμερικανικό φεστιβάλ μπουνιάς, κλοτσιάς, ανατινάξεων και εκτινάξεων πάσης φύσεως, ιδίως με τις γυμνές σκηνές της Γυναικάρας, τις μόνες που οι είκοσι του πληρώματος δεν είχαν βαρεθεί στις απανωτές χριστουγεννιάτικες βεγγέρες και κάποιοι μπορεί να ξαναχάζευαν και τις προσεχείς ημέρες, καθώς θα ροκάνιζαν τα ναυτικά μίλια προσπερνώντας θάλασσες δίχως στεριές και μετά διαδοχικά την Ιάβα, τη Σουμάτρα, τη Σιγκαπούρη, για να πετύχουν για άλλη μια φορά αμετακίνητη την Ταϊλάνδη, να ακουμπήσουν στην Μπανγκόκ το φορτίο, να παραλάβουν άλλο.
Καλοκαίρι ντάλα, 3 του Γενάρη. Η θάλασσα διψούσε. Μια δίλεπτη ξαφνική μπόρα θρυμματίστηκε σαν τζαμαρία πάνω στην κουβέρτα του athos iii και αμέσως μετά Αυγουστής-Μπιρμπίλης έγιναν αυτόπτες μάρτυρες μιας φονικής ανατολής που έσκασε σαν βόμβα και άναψε τον τόπο. Σ’ εκείνα τα νερά η μέρα έτσι συνήθιζε να παίρνει μπρος.
Σιωπηλός, με τη θαλασσίλα στα ρουθούνια, με τα θαλασσιά μάτια του ν’ αντανακλούν το ατσαλένιο φως και τα τσίνορά του να σειούνται και ν’ αντηχούν το σουέλ μετά τη βροχή, ο Αυγουστής έδωσε το άδειο φλιτζάνι στον υποπλοίαρχο, πέρασε με την αλουμινένια τσατσάρα του τα αηνικολαΐτικα μούσια και τη μαλλούρα και ακολουθούμενος από τη Μαρίτσα κατευθύνθηκε στο τσαρτ ρουμ να ελέγξει την πορεία.
― Πάνω στην ώρα, ο δόκιμος Μίλτος Λάβδας του έτεινε το κινητό, σας ζητούν από την Εταιρεία, είπε.
Ο Αυγουστής έβγαλε τσιγάρο, ζήτησε φωτιά, ο Λάβδας του άναψε, του πέρασε στο άλλο χέρι τη συσκευή και τον άφησε στο τηλεφώνημά του.
― Χατζημανώλης εδώ. Καλημέρα. Τι είναι εκεί; Έξι το πρωί; Εφτά;
Έξι η ώρα, Παρασκευή, 3 του Γενάρη, αρχή νέου χρόνου και νέων πλάνων για τη Shipping Maritime Company.
Το νούμερο ένα νούμερο της Εταιρείας καλούσε τον Αυγουστή να επιστρέψει στην Ελλάδα. Δεν ήταν η πρώτη φορά, αλλά τώρα υπήρχε και δόλωμα. Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών προγραμμάτιζε στις αρχές του προσεχούς Φεβρουαρίου λαμπρή δεξίωση, για να τον τιμήσει με επίχρυση πλακέτα και έπαθλο 3.000.000 δραχμών σαν το μακροβιότερο καπετάνιο της εμπορικής ναυτιλίας, πενήντα οχτώ χρόνια στη θάλασσα.
― Σκατά να φάνε, η απάντησή του.
― Θα έρθουν προς τιμήν σου κυβερνητικοί επίσημοι και τηλεοράσεις.
― Περσεύουν σκατά και γι’ αυτούς.
― Το σπίτι σου έχει να σε δει δώδεκα χρόνια.
― Κουμάντο να κάνεις στο δικό σου.
Τσαντισμένος ο Χατζημανώλης, φορώντας τη φωνή του αφεντικού, όπως την αναθρέφουνε η εξουσία και τα φράγκα, δήλωσε ξερά και παγερά πως αυτή τη φορά τα ψέματα τέλειωσαν, έχουνε κιόλας κανονίσει για αντικαταστάτη και στο επόμενο λιμάνι θα τον βρει μπροστά του.
― Θα τον πνίξω.
― Καπτα-Αυγουστή, όταν ορκίστηκα στον πατέρα μου να σε σέβομαι, δεν είχα υπολογίσει για τόσο πολύ καιρό. Η ναυτιλία άλλαξε, εσύ όχι. Με καθυστερείς και με ζημιώνεις.
― Βρες μου φορτίο για την Ιαπωνία.
― Δεν υπάρχει τίποτα.
― Τότε θα πάω άδειος.
― Δε γίνεται. Πρέπει πια να γυρίσεις.
― Άκου. Έσπασε η τσαγιέρα από το καλό σερβίτσιο της κυράς. Θα πάω στο Κόμπε να βρω μια ίδια.



Λίστα όλων των Συγγραφέων