Συγγραφέας του μήνα

Διαμαντής Αξιώτης

Ο Διαμαντής Αξιώτης γεννήθηκε το 1942 στην Καβάλα όπου και ζει. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές, συλλογές διηγημάτων και ανθολογίες. Τα μυθιστορήματα: Το ελάχιστον της ζωής του, 1999, Πλωτές γυναίκες, 2002, Μοιρασμένα χιλιόμετρα, 2004, λάθος λύκο, 2010.
Υπεύθυνος, επί σειρά ετών, έκδοσης λογοτεχνικών περιοδικών. Συνεργάτης της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων.

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα λάθος λύκο, εκδόσεις Κέδρος 2010.

Μεσημβρινή αγορά


ΣΤΟ ΙΣΟΓΕΙΟ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΘΕΑΤΟΣ κατεβάζει και ανεβάζει, κατάλληλα, τον κεντρικό διακόπτη και τα φώτα στο παλιό αρχοντικό ανάβουν και σβήνουν διαδοχικά τρεις φορές. Ακολουθεί φωταψία. Ο καινούργιος χρόνος εισβάλλει στην στολισμένη εορταστικά σάλα, πανηγυρικά.
Ο οικοδεσπότης Αριστοτέλης Μουρατίδης, με μια θεατρική κίνηση πετάει ψηλά μία λεπτή δέσμη από τσίλικα χαρτονομίσματα. Αυτά στροβιλίζονται στον αέρα, διαγράφοντας τόξα και ημικύκλια. Στην πτώση τους, άλλα προσγειώνονται στο παρκέ, άλλα στα κεφάλια και στους ώμους των συναθροισμένων.
- Χρόνια πολλά, εύχεται με στεντόρεια φωνή. Η δόξα και ο πλούτος να πλημμυρίσουν αυτό το σπίτι.
Καμαρώνει για την πρωτοτυπία του. Ανάβει επιδεικτικά ένα πούρο Kohiba.
Η Ευγενία παραμένει ακουμπισμένη στην εσοχή δίπλα από τη σκάλα. Τα μάτια της είναι γεμάτα από υγραμένα αστέρια. Παρ ολίγο να της ξεφύγει ένα βαθύ, μακρόσυρτο επιφώνημα. Το πνίγει την τελευταία στιγμή. Χρονιάρα μέρα, δεν πρέπει να γρουσουζέψει. Είχε μαντέψει πως στον μικρό της γιο, τον Νάκο, συνέβη κάτι κακό. Από το πρωί ήξερε πως κάτι θα συμβεί. Το πάθαινε συχνά αυτό, σπάνια έπεφτε έξω όταν επρόκειτο για κακό. Κι όταν ακόμη περίμενε το καλό, ερχόταν το κακό και έλυνε την απορία της. Στην αρχή έτσι κι αλλιώς ανακουφιζόταν, ύστερα μαύριζε η ψυχή της.
Η ανησυχία της είναι ικανή να την σπρώξει να πέσει από το παράθυρο.
Στρέφει απελπισμένη το βλέμμα προς την εξώπορτα, σαν να περιμένει κάποιον να την ανοίξει από έξω, με το κλειδί του.
Οι καλεσμένοι συνεχίζουν τις φωνές έκπληξης και του προσποιητού τρόμου από τον κρότο των πυροτεχνημάτων. Ακολουθούν ευχές, ασπασμοί και ευφρόσυνα γέλια.
Η Ευγενία επιθυμεί να μην αντιληφθεί κανείς από τους παρευρισκόμενους την αγωνία της. Σαν τις περσίδες των παραθύρων το πρόσωπό της, που δεν αφήνει να περάσει το φως. Έχει υποχρέωση να είναι κομψή κι αξιοθαύμαστη οικοδέσποινα. Τουλάχιστον όσο την κρατούν οι δυνάμεις της.
Οι σαμπάνιες διαδέχονται η μία την άλλη.
Οι νεότεροι, αψηφώντας την καταρρακτώδη βροχή, βγαίνουν στη βεράντα με το σκέπαστρο. Οι υπόλοιποι στριμώχνονται στα ανοίγματα των παραθύρων για να απολαύσουν ασφαλείς τον καταιγισμό των βεγγαλικών που εκτοξεύονται από παντού.
- Επιτέλους, η σκατούπολη κινείται, αναφωνεί κάποιος νεαρός.
- Επιτέλους, κραυγάζει ένας άλλος, η βαλτωμένη πολιτεία ζωντανεύει.
- Ωραία λοιπόν, η αυτοκτονία αναβάλλεται επ’ αόριστον, χλευάζει κάποιος τρίτος.
Οι πάντες πανηγυρίζουν, ο καθένας με τον τρόπο του.
- Πού θα θέλατε να βρισκόμασταν τώρα; ρωτάει η δεσποινίδα της παρέας, για λογαριασμό όλων.
- Στην έρημο Γκόμπι της Μογγολίας, προλαβαίνει ο πρώτος νεαρός.
Εντυπωσιασμένοι όλοι από την εξωτική επιλογή συμφωνούν μαζί του.
Η Ευγενία αισθάνεται κάτι αιχμηρό να της τρυπάει την καρδιά. Αναλογίζεται τις συνέπειες που θα έχει εάν χάσει τις αισθήσεις της και σωριαστεί στο πάτωμα. Σφίγγει τα δόντια. Τραβάει από το μανίκι τη Ζηνοβία που περνάει από μπροστά της. Οι δυο τους γλιστρούν πίσω, σε ένα άδειο δωμάτιο.
- Πού να βρίσκεται ετούτη την ώρα το παλιόπαιδο; την κοιτάζει στα μάτια, περιμένοντας μία, οποιαδήποτε απάντηση από την αδελφή της.
Της σφίγγει το χέρι με τόση δύναμη που η Ζηνοβία τρομάζει. Την παρασύρει μέχρι τον καναπέ, να καθίσουν. Αρχίζουν να μιλούν ψιθυριστά, μην τους ακούσει κάποιος από έξω. Οι κουβέντες τους περιστρέφονται γύρω από τον Στέφανο. Η Ευγενία κλαίει, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Το κλάμα έρχεται από μόνο του, δίχως να μπορεί να το εμποδίσει. Αφηγείται διάφορα, οι λυγμοί επανέρχονται, διακόπτοντας την αφήγηση. Όση ώρα μιλάει, ξύνει με τα νύχια τα ανάγλυφα μπορντό λαχούρ στο φθαρμένο βελούδο του επίπλου. Αναρωτιέται για τον μικρό, πού να βολοδέρνει με τέτοιον παλιόκαιρο. Πού έμπλεξε, ποιο κακό τον βρήκε χρονιάρα μέρα. Επαναλαμβάνει η μία τις ερωτήσεις της άλλης, δίχως να δίνουν ή να περιμένουν απαντήσεις. Κάποτε σιωπούν. Οι λέξεις που δεν βρήκαν τρόπο να ειπωθούν τις βαραίνουν. Κυρίως οι σύντομες, που είναι περισσότερο σημαντικές. Υποθέτουν διάφορα, φοβούνται τα χειρότερα. Ξαφνικά η Ευγενία βγάζει μια στριγκιά φωνή πανικού. Τραβάει το χέρι της πίσω. Έτσι όπως έγδερνε το παλιό βελούδο, η ακκίδα μιας βελόνας - Κύριος οίδε πώς βρέθηκε εκεί! - μπήκε στο νύχι της. Η θέα του αίματος της φέρνει λιποθυμία. Η Ζηνοβία χώνει το πληγωμένο δάχτυλο της αδελφής της στο στόμα, το γλύφει, ρουφάει το αίμα.
- Σήκω, την τραβάει να σηκωθεί. Μέσα θα κόψουν την πίτα.
Η Ευγενία υπακούει υπνωτισμένη. Ο μικρός σωματικός πόνος έκανε το θαύμα του. Κατάφερε να υπερκεράσει εκείνον της ψυχής. Δεν είχε κάνει κουβέντα στην αδελφή της για τα όσα άσχημα διαισθανόταν από το πρωί για τον Νάκο της. Πώς να σχηματίσουν τα χείλη της παρόμοια τρομερά και πώς να τα εμπιστευθεί σε άνθρωπο;
Η Ζηνοβία, έτσι όπως στέκονται όρθιες η μία απέναντι από την άλλη, της τακτοποιεί τα γυαλιά, την αλυσίδα του μενταγιόν, στερεώνει την καρφίτσα με τα διαμαντάκια στο πέτο. Της χαϊδεύει τα μαλλιά - το μενεξεδί χρώμα τους έχει ξεβάψει. Της σηκώνει το χέρι για να το βάλει στον κόρφο της. Διαισθάνεται πως η αδελφή της κάτι της κρύβει, αλλά δεν ξέρει τι. Μη τολμώντας να την ρωτήσει, συνεχίζει να την τραβολογά άτσαλα.
Η Ευγενία δυσφορεί από την πιεστική αγάπη της αδελφής της. Την σπρώχνει - άκομψα είναι αλήθεια - μακριά.
- Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, πνίγομαι.
Περισσότερο από τις επιδαψιλεύσεις της Ζηνοβίας τής χρειάζεται αέρας να αναπνεύσει. Η Ζηνοβία τινάζεται κεραυνοβολημένη. Προσβεβλημένη, είναι έτοιμη να επιτεθεί.
- Εσύ φταις για όλα, της πετάει στα μούτρα την κατηγορία.
Ο θυμός γυαλίζει στις κόρες των ματιών της. Η φράση που ζούσε τόσα χρόνια μέσα της ξεχειλίζει. Σχεδόν τριάντα χρόνια την έθρεφε κάτω από τη γλώσσα. Ξαφνικά η Ζηνοβία έχει γίνει κακιά, μοχθηρή. Πιάνει την αδελφή της από τους ώμους, την κουνάει μπρος πίσω. Την ταράζει ολόκληρη.
- Όταν σου τον ζήτησα, δεν μου τον έδωσες., σφυρίζει σαν φίδι κίτρινο.
Αρκετά μεγαλόσωμη σε σύγκριση με την λεπτεπίλεπτη Ευγενία είναι ικανή, αν συνεχίσει να την παλεύει, να την σωριάσει στο πάτωμα. Η Ευγενία τρομάζει. Πώς είναι δυνατόν, απορεί, ένα στόμα που απλώς ανοιγοκλείνει μπροστά στα μάτια της να επιδιώκει να κατευθύνει τη ζωή της; Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη της η Ευγενούλα, η κόρη του πρωτότοκου γιου της, του Αλέξανδρου, εισβάλλει στο δωμάτιο.
Είναι χαρούμενη που επιτέλους τις ανακάλυψε. Τις καλεί να περάσουν στη σάλα.
- Ελάτε, ο παππούς θα κόψει την πίτα, τραβολογά τις άκρες από τις τουαλέτες τους.
Οι δύο αδελφές αποσπώνται η μία από την άλλη, συνέρχονται. Πρέπει να βγουν έξω, να εμφανιστούν. Έχουν εκπαιδευτεί να λένε ψέματα, να αντέχουν τη στιγμή που είναι έτοιμες να σωριαστούν. Να σκέφτονται κάτι άλλο αντί το χειρότερο, έστω κι αν δεν τα καταφέρνουν. Να προφέρουν βαρετά, ανούσια λόγια, έστω κι αν δίνουν την εντύπωση πως είναι όντως βαρετές.
Ο Αριστοτέλης Μουρατίδης εξακολουθεί να στέκεται όρθιος. Κρατάει ένα ασημένιο μαχαίρι με κεράτινη λαβή. Με το βλέμμα κεραυνοβολεί τη γυναίκα του και την αδελφή της, που μόλις μπαίνουν στη σάλα. Δεν εκπλήσσεται από τις εκφράσεις των προσώπων τους. Τελευταία, συχνά εμφανίζονται κίτρινες και χολωμένες. Δεν μπορεί να αντιληφθεί πως στη φρίκη του προσώπου της Ευγενίας παίζεται η ιστορία μιας μητέρας και του γιου της. Πως, αν η Ευγενία έχανε κι άλλο ένα από τα παιδιά της, θα σταμάταγε η ζωή της.
Η Ευγενία σκουπίζει τα μάτια της, αναπνέει βαθιά. Τα τρία από τα τέσσερα παιδιά της είναι εδώ. Ο Αλέξανδρος, ο Σωκράτης, η Αθηνούλα.
Ο Αριστοτέλης με τελετουργικές κινήσεις σταυρώνει, διαδοχικά, τρεις φορές τις δύο βασιλόπιτες που υπάρχουν στο τραπέζι. Μουρμουρίζει κάτι σαν ευχή. Το φλουρί της πρώτης πέφτει στην mademoiselle Αθηνά. Το δεύτερο, από την πίτα των καλεσμένων, ο Μουρατίδης το προσφέρει στη σύζυγο του αντιδημάρχου Πολιτισμού και Επικοινωνίας. Για το τέταρτο από τα παιδιά του, τον Στέφανο, δεν υπολογίζει καν μερίδιο, ούτε από την πίτα της οικογένειας, ούτε από τη δεύτερη των ξένων. Τον τρίτο από τους γιους του τον έχει ξεγραμμένο.
Η Ευγενία ωχρή ακουμπάει στη γωνία του τραπεζιού. Παρατηρεί τις επιτηδευμένα αργές κινήσεις του συζύγου της, τα λεπτά δάχτυλα, το χαμόγελο στα στενά χείλη, το ατσάλι στο βλέμμα του. Προλαβαίνει να δει τη λάμψη της καμπύλης από το δεύτερο νόμισμα που προεξέχει. Την αβρότητα με την οποία εκείνος το προσφέρει στη Δόμνα. Τον μισεί.
Οι κουβέντες στο τραπέζι σταματούν. Η Ευγενία βλέπει το ξετσίπωτο κόκκινο στα μάγουλα εκείνης, που όσο οι άλλοι σιωπούν τόσο πιο έντονο γίνεται, βάφοντας όλο το πρόσωπο. Από κάποια στιγμή και μετά οι καλεσμένοι, ψιθυρίζουν διάφορα. Η Ευγενία μετατοπίζει το μίσος της από τον Αριστοτέλη στη Δόμνα.
Αγαλματένιο παράστημα, παραδέχεται, αν και το πρόσωπό της θυμίζει τρωκτικό.
Ξανθιά με καλλίγραμμους γοφούς και με τις πιο ξεδιάντροπες ρόγες, έτσι όπως διαγράφονται, σε ολόκληρη την πόλη. Πάντα περιποιημένη, ενημερωμένη σχετικά με την πολιτική, τις Τέχνες και τα Γράμματα, μ αυτές τις επιφανειακές γνώσεις που προσφέρονται για κατανάλωση. Δημοφιλής πολλών κοινωνικών εκδηλώσεων, πρώτη στις δημόσιες σχέσεις. Οι αντίπαλοι του κυρίου αντιδημάρχου διατείνονται πως η επιτυχία του στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση οφείλεται, κατά πολύ, στη συμβολή της συμβίας του.
Να είναι αλήθεια τα όσα ψιθυρίζονται; αναρωτιέται η Ευγενία. Ότι κάτι συμβαίνει μεταξύ της Δόμνας και του Αριστοτέλη; Σύντομα την εγκαταλείπει κάθε ίχνος ζήλιας που επιχειρεί να εισβάλλει μέσα της. Η εξάντληση δεν της επιτρέπει να επεκταθεί και σε άλλου είδους συναισθήματα, πέρα από την αμφιβολία. Αρκείται στο να εξετάζει το πρόσωπο του Αριστοτέλη, τις γκριμάτσες, τη φλέβα στο λαιμό, αποδίδοντάς τα σε κάποιον τρίτο, απόμακρο και ξένο.
Έπρεπε να είχα φύγει, σκέφτεται, κι όμως έμεινα. Τα οκτώ χρόνια που τους χωρίζουν, η απώλεια της Ευτέρπης και η δοκιμασία του Στέφανου δεν στάθηκαν ικανά να διαλύουν τον, κάποτε, πολυσυζητημένο γάμο. Η διάσταση των χαρακτήρων τους ίσως είναι μία εξήγηση στο ότι εξακολουθούν να υφίστανται αυτά τα δεσμά. Άλλοι σοβαροί λόγοι είναι η ύπαρξη των παιδιών και ο φόβος της μοναξιάς.
Η αγωνία της είναι το σημείο όπου όλα συναντιούνται και συγκρούονται. Σκουπίζει με ένα μαντίλι τις σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπο, στο λαιμό. Περιφέρει το βλέμμα στη σάλα, ψάχνει για τα παιδιά της. Διακρίνει το σχισμένο φρύδι του Αλέξανδρου, το υψηλό μέτωπο του Σωκράτη. Η Αθηνά ακόμη χαϊδεύει το τυχερό νόμισμα. Η ψυχή της γαληνεύει. Να μπορούσε να της παίξει στο πιάνο εκείνο το πρελούδιο του Μπαχ που ακόμη της φέρνει δάκρυα μελαγχολίας στα μάτια. Σκέφτεται πως η οικογένειά της πρέπει να ετοιμάζεται να ζήσει τη μεγαλύτερη από τις δοκιμασίες της. Παρότι όλοι χώνουν το κεφάλι στην άμμο, δεν πρόκειται να βγουν αλώβητοι. Στο κέντρο της επερχόμενης δοκιμασίας τοποθετεί τον Νάκο της.
Η Ζηνοβία αφήνει να της φύγει ένας αναστεναγμός. Από τα έγκατα, θαρρείς, της γης.
- Άκουσε αυτό, διατάζει την αδελφή της να ακούσει: Όσο μπορείς και λες, Να το χειρότερο, δεν έχεις ζήσει ακόμη το χειρότερο.
Η Ευγενία προσπαθεί να θυμηθεί από πού ξέρει τη φράση. Μετράει το χρόνο που χρειάστηκε η περιπέτεια του Στέφανου έως ότου φτάσει μέχρις εδώ. Είναι αργά, η αρχή της έχει πλέον χαθεί. Το ίδιο και η αιτία.
Και τότε, σε κλάσμα δευτερολέπτου, τα πάντα ανατρέπονται από έναν ξερό χτύπο στην πόρτα. Συμβαίνει το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί.
Εισβάλλει, απρόσκλητος, ο Σπύρος, φίλος του Στέφανου. Είναι μούσκεμα από τη βροχή, στάζει ολόκληρος. Στέκεται αμήχανος στο κέντρο της σάλας, περιφέρει το βλέμμα από το πάτωμα στο ταβάνι, από τα υπολείμματα του τραπεζιού στον πολυέλαιο. Ένας αναστεναγμός ανεβαίνει από τα σωθικά της Ευγενίας, λυτρωτικός. Στο πρόσωπό της ζωγραφίζεται ένα χαμόγελο ελπίδας, που σβήνει καθώς διακρίνει την αγωνία στο βλέμμα του νέου. Εκείνος παλεύει με τα χέρια του, δεν ξέρει τι να τα κάνει. Όλοι τον κοιτούν σαν να έχει προσγειωθεί με σκάφος από το διάστημα. Προσπαθεί να μιλήσει. Η προσπάθεια κρατάει τόσο που η Ευγενία φοβάται πως, από στιγμή σε στιγμή, θα το βάλει στα πόδια.
Ο Σπύρος κάνει δύο βήματα μπροστά. Ρωτάει, αν είναι στο σπίτι ο Στέφανος. Τον γυρεύει από το απόγευμα, λέει.
- Μυστήριο! απορεί.
Πέρασε από το σπίτι του, σκοτάδι βαθύ. Χτύπησε, φώναξε, έψαξε κι αλλού, τίποτε. Έμαθε ότι ο Στέφανος είχε περάσει το μεσημέρι από το κατάστημα του Captain Morgan και αγόρασε μία κυνηγετική καραμπίνα. Δηλώνει ότι ανησυχεί.
Τα λέει όλα με φωνή μονόχορδου. Στο πρόσωπό του σχηματίζεται μια εξουθένωση που επιθυμεί να την ξεφορτωθεί.
Η Ευγενία τον κοιτάζει με φρίκη. Κυνηγητική καραμπίνα! απορεί. Παραμονή Πρωτοχρονιάς! Ο Νάκος της ποτέ δεν έπαιξε με πιστόλια, σπαθιά ή μαχαίρια. Σκέφτεται πως αν του συμβεί κάτι κακό δεν θα υπάρξει άλλη διέξοδος από το θάνατο. Αυτή η σκέψη τής παγώνει το αίμα. Κάνει τη μοναδική ερώτηση που περιέχει όλες τις άλλες:
- Ζει;
Η Ζηνοβία αναζητά το βλέμμα της Ευγενίας. Αναρωτιέται αν είναι προτιμότερο να μένει κανείς στις στιγμές που δεν ξέρει, από τις άλλες που μαθαίνει. Η ίδια πάντα προτιμούσε την άγνοια.
- Κυνηγητική καραμπίνα! απορεί. Παραμονή Πρωτοχρονιάς!
Δεν το χωράει ο νους της.
Κανενός ο νους δεν χωράει την μεσημβρινή αγορά.



Διαμαντής Αξιώτης


Λίστα όλων των Συγγραφέων