Συγγραφέας του μήνα

Σταυρούλα Σκαλίδη

Η Σταυρούλα Σκαλίδη γεννήθηκε το 1978. Κατάγεται από τον Άγιο Αδριανό Αργολίδας. Εργάζεται ως δημοσιογράφος. Το πρώτο της βιβλίο, «Προδοσία και εγκατάλειψη» (Εκδόσεις Πόλις, 2008), τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω» το 2009. Το 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις η νουβέλα της «Κρέας από σταφύλι-Μια ιστορία ωμοφαγίας». Συμμετείχε επίσης στη συλλογή διηγημάτων «Ελληνικά ονόματα» (Εκδόσεις Κέδρος, 2010).

(Απόσπασμα από τη νουβέλα «Κρέας από σταφύλι-Μια ιστορία ωμοφαγίας», εκδόσεις Πόλις, 2010)

Φρες φλες


Δεκαετία του ’50. Στις αρχές της. Πριν το Δεκαπενταύγουστο. Μεσημέρι. Βαθύ. Από κείνα που θες να βρίσκεσαι στον πάτο της θάλασσας για να αντέξεις το καύσος. Ο επίτροπος από την Παναγία τη Βρεφοκρατούσα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Έκαιγε ο τόπος. Λιοπύρι και λίβας. Κάτι μύγες, παχιές παχιές, είχανε λουφάξει στον ίσκιο κάτω από την καμπάνα του παρεκκλησιού. Πετάχτηκαν αλαφιασμένες από το άνοιγμα της πόρτας και πεταρίσανε διψασμένες για δροσιά, να προλάβουν να μπουκάρουνε μέσα στο σκιερό μέρος· λες και το ημίφως του παρεκκλησιού ήτανε κανένα λαχταριστό καλάθι αρτοκλασίας γεμάτο ζαχαρωμένα αγιασμένα ψωμιά να πάνε να σταθούνε.
Δεν έβαλε το μάνταλο στη θύρα ούτε και κλείδωσε. Ήτανε μέσα ένας πλανόδιος αγιογράφος που φρέσκαρε το τέμπλο και ασβέστωνε τους άδειους τοίχους. Κρεμασμένος σε μια σκάλα. Ιδρωκοπώντας. Του είχε φέρει ο νεωκόρος, ο Αδριανός, μια στάλα νερό από το πηγάδι. Τον σκέφτηκε τον άνθρωπο. Μόλις είχε γυρίσει και η Μαγδαληνή από τα μπάνια με το μικρό και είχε μαγειρέψει ένα μπριάμ αποβραδίς, να είναι κρύο, και του ’φερε πεσκέσι. Ο Νούλης μέσα στη θερινή κάψα και τη ζάλη του ήλιου, μ’ ένα καπέλο ψαθωτό στο κεφάλι του, μια φανέλα με ράντες, την πιο παλιά και δροσερή που είχε, ένα παντελόνι από μπλε σκούρα ποπλίνα χοντρή –στο Ναυτικό φοράγανε τέτοια υφάσματα- σηκωμένο στα γόνατα να παίρνει αέρα, κι ένα πουκάμισο μακρυμάνικο λευκό βαμβακερό να μην τον κάψει η λάβρα, είχε βγει στο ξάγναντο για το δρόμο προς την εκκλησία, χωρίς να καταλάβει ότι ο μικρός τον είχε πάρει από πίσω. Άφησε το φαγητό στον κουρασμένο καλλιτέχνη που κανάκευε τα πρόσωπα του Θεού και των δικών του, της φαμίλιας του, του γιου του και των αγίων˙ να μην σβήσουν, να μην μπαταλέψουν από το χρόνο. Κι έφυγε. Να πάει να ξαποστάσει καμιά ώρα.
Ο εργάτης όπως κατέβαινε από τη σκαλωσιά, είδε έναν ίσκιο. Ένιωσε την παρουσία του. «Ποιος είναι;», βροντοφώναξε. Όσο κι αν είχε το Θεό του και τους συν αυτώ, έτρεμε τα μεσημέρια μην του φανερωθεί κανένας μπροστά του από κείνους κι ήταν αναγκασμένος να ζήσει το θαύμα, αντί να το ζωγραφίζει. «Είναι κανείς εδώ;», ξαναρώτησε. Δεν πήρε απάντηση και καθησύχασε τον εαυτόν του ότι μένει πολλές ώρες μόνος του με τους αγίους και θ’ αγιάσει και τούτος καμιάν ώρα. Έφαγε και ψηλοκρεμάστηκε και πάλι μπροστά στο τέμπλο, χαϊδεύοντας με τα πινέλα του τα φτερά των αγγέλων, τα πλούσια γένια ή τα άτριχα πρόσωπα των αγίων, τις μαντίλες της Παναγίας και το αινιγματικό της στόμα να υπόσχεται αιώνια ζωή, πικραμένη η ίδια για το γιο της. Φαρμακωμένη για τις πληγές του.
Σ’ εκείνο το βλέμμα έβρισκε απάγκιο ο Θεόφιλος. Στη μάνα όλων, άρα και δική του και πάνω απ’ όλα διαφορετική απ’ τη δική του, τη Μαγδάλω. Γι’ αυτό είχε πάει καταμεσήμερο και κρύφτηκε κάτω από ένα στασίδι πίσω πίσω στην εκκλησία που έπεφτε η σκιά από το παγκάρι και τον έκρυβε. Είχε γλιστρήσει μέσα, μόλις βγήκε ο πατέρας του από τη γερτή πόρτα. Έμεινε εκεί κουλουριασμένος για ώρα, μέχρι να τ’ αποφασίσει ο αγιογράφος και ξανανέβει ψηλά στις ζωγραφιές του. Μύριζε λιβάνι και με τη ζέστη νύσταξε κι αποκοιμήθηκε πάνω στις δροσερές τσιμεντένιες πλάκες.
Όταν ξύπνησε ο μικρός αλαφιασμένος, δεν είδε πουθενά τον ξένο. Έμοιαζε να είναι μόνος του. Έτσι κατάλαβε τουλάχιστον, μέσα στο φόβο του. Έτρεξε με δυο σάλτους μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας που μειλίχια αλλά θλιμμένα κοιτάζει τους ανθρώπους, μέσα μέσα στην ψυχή, και στάθηκε. Ακούμπησε, όρθιος όπως ήταν, τα παιδικά του χεράκια πάνω στη διακοσμητική πρόσθετη κορνίζα του ξύλινου κάδρου, αγκαλιάζοντας τη ζωγραφισμένη γυναίκα. Κι άρχισε τα κλάματα. Στην αρχή μουρμουριστά, από μέσα του. Κι όσο πέρναγε η ώρα δυναμώνανε, με το στήθος του να πλαντάζει στ’ αναφιλητά. Έκλαιγε κι έλεγε. Κι έλεγε. Κι έλεγε. Κι έκλαιγε. Το μέτωπό του καίει το μεσημέρι. «Αχ, μανούλα μου, αχ, αχ, αχ, μα-νού-λα-μου-αχ. Γιατί; Γιατί; Το κοριτσάκι… Γιατί; Παναγίτσα μου, πάρε με αγκαλίτσα να μην φοβάμαι. Φοβάμαι. Μανούλα μου, αχ. Μανούλα μου…», και πνιγόντανε με τα σάλια και τα δάκρυά του. Πνιγότανε. Έπαιρνε ανάσα κοφτή ψεύτικη από το λαιμό και συνέχιζε. Το θρήνο του. Παιδάκι του σχολείου σε ένα μήνα. Άμα ήτανε πιστός, μόλις θα είχε σώσει την ψυχή του. Τόση μετάνοια από τα τρίσβαθα. Κι ειλικρίνεια. Παιδική. Ντάλα καλοκαίρι. Σ’ ένα ξωκλήσι. Άμα ζει ο Θεός, εκεί μέσα ζει. Άμα ζει ο άνθρωπος, εκεί μέσα ζει. Στο παιδί.
Βράχνιαζε η φωνούλα του. Ξεραινότανε ο λαιμός του και μόλις στερέψανε και τα δάκρυα, με τις παλάμες του σκούπισε τις μύξες πάνω στο λευκό του φανελάκι, της ένοχης αθωότητας, σήκωσε τα μπουκλωτά του μαλλιά που είχανε ξανοίξει στις άκρες από τον ήλιο και ίδιο αγγελούδι, αναλήφθηκε μες στ’ απομεσήμερο. Κουτρουβαλιαστά είχε φτάσει στην πόρτα και χάθηκε έξω στο άπλετο ηλιακό φως.
Μέσα από το ιερό πρόβαλε η μισοκρυμμένη μορφή του αγιογράφου. Ούτε αυτός δεν μπορούσε με τα χιλιάδες φωτοστέφανα που είχε φιλοτεχνήσει, να ζωγραφίσει τέτοιο φως˙ που άναψε ο μικρός στο εκκλησάκι. Απορημένος πήγε και κοίταξε την εικόνα που μούσκεψε στα κλάματα ένα σποράκι τόσο δα. Του φάνηκε από το χείλος της εικονισμένης γυναίκας να κυλάει ένα δάκρυ. Έγλειψε τα δικά του χείλη, το κατάπιε και πήρε να κάνει το σταυρό του. Δεν το απόφυγε το θαύμα. Για σήμερα. Μόνο που τον έφαγε η στεναχώρια για κείνο το παιδί. Τι έχει και κλαίει; Το παιδί. Η φρέσκια σάρκα μπροστά σε τι λυγίζει; Ποιος τη λυπάται; Ποιος τη λιώνει; Θα γίνει κρασί; Τούτο μου εστί το αίμα. Λάβετε. Φάγετε. Του ήρθε μια σκοτοδίνη. Και πιάστηκε από το ξύλο. Η πόρτα άνοιξε από τον ισχυρό νοτιά ξαφνικά. Νταπ. Και τσαφ, ένα κερί άναψε. Μέσα στο νου του. Να θυμάται να πιστεύει και στους ανθρώπους, στα παιδιά τους. Όχι μόνο στους θεούς. Φσσσσς, τσιτσιρίζει το κρεμαστό καντήλι της μεγάλης μάνας από πάνω. Στο λαιμό του ένας πόνος. Σαν και κείνον που θ’ άφηνε ένας άγιος άμα τον επισκέπτονταν μεσημεριάτικα στο σπίτι του για να του πει ότι το φωτοστέφανο που του ’φτιαξε, δεν είναι χρυσό˙ είναι διάφανο των δακρύων, κόκκινο του αίματος, ασπρομπέζ πηχτό του σπέρματος, μαύρο του θανάτου και καμιά φορά, μετά από καταρρακτώδη βροχή, ουράνιο τόξο της ελπίδας. Αλλά χρυσό, δεν είναι.
Ο αγιογράφος δεν έμαθε ποτέ τι έπαθε εκείνο το παιδί, αλλά για χάρη του, έπαψε να ζωγραφίζει χρυσά φωτοστέφανα.

Ιστολόγιο:
http://stavroulascalidi.blogspot.com/



Λίστα όλων των Συγγραφέων