Συγγραφέας του μήνα

Βασίλης Γκουρογιάννης

Γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Γρανίτσα Ιωαννίνων. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Από το 1977 είναι δικηγόρος στην Αθήνα. Το 1985, από τις εκδόσεις το Δέντρο, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Από φωτογραφία βουνού. Το 1987, από τις Εκδόσεις Δωδώνη, κυκλοφόρησε η ποιητική σύνθεση Σχόλια σε ποίηση. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφόρησαν το 1990 τα αφηγήματα Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων, το 1992 το μυθιστόρημα Το ασημόχορτο ανθίζει, το 1995 η ποιητική σύνθεση Μήδεια, μια αιρετική εκδοχή του γνωστού μύθου, και το 1999 το μυθιστόρημα Ο θίασος των Αθηναίων. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Βέβηλη πτήση το 2003, η συλλογή διηγημάτων Από την άλλη γωνία το 2005 και το μυθιστόρημα Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή το 2009 που κέρδισε το Βραβείο Μυθιστορήματος 2010 του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ..


Το μυθιστόρημα «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή» (εκδόσεις Μεταίχμιο)1

Με πρωταγωνιστές μια ομάδα βετεράνων του πολέμου στην Κύπρο το 1974, κατά την εισβολή του Αττίλα, οι οποίοι επιστρέφουν στα πεδία των μαχών τριάντα τόσα χρόνια μετά, ο Βασίλης Γκουρογιάννης στήνει ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα για τον αγνοημένο αυτό πόλεμο αλλά και για κάθε πόλεμο. Μεγάλο μέρος του μυθοπλαστικού υλικού του βιβλίου είναι βασισμένο σε μαρτυρίες ελλήνων και τούρκων βετεράνων που έλαβαν μέρος στα γεγονότα.

Απόσπασμα:

Aκούμπησε το φρέσκο δάφνινο στεφάνι επάνω στα άλλα κιτρινοφυλλισμένα στεφάνια των εκδηλώσεων του Ιουλίου. Στην υφασμάτινη ταινία του είναι γραμμένη η αφιέρωση «ΣΤOΥΣ ΑΤΥΧOΥΣ ΠΕΣONΤΕΣ» και κάτω η ονομασία της οργάνωσης που αποτίει την τιμή: «NΕΑ OΡΓΑNΩΣΗ ΜΑΧΗΤΩN ΕΛΛΑΔΙΤΩN - NOΜΕ». Τα κυπαρίσσια του τύμβου της Μακεδονίτισσας, στο αριστοκρατικό προάστιο της Λευκωσίας, ριγούν στους πυρωμένους υδρατμούς του μεσημεριού, διαθλώνται οι μορφές τους, σαν να δέχονται το φως του ήλιου σε διάφανο βυθό· και σ’ αυτή την οπτική παραίσθηση συνεργεί η εξάτμιση του ποτισμένου γκαζόν.
O Πρόεδρος της οργάνωσης ανασήκωσε τη μέση του, στάθηκε προσοχή και οπισθοχώρησε τρία ασταθή τιμητικά βήματα από την αναθηματική στήλη των πεσόντων. Τα βήματά του ήταν τραμπαλιστά, σαν του πιγκουίνου. Στάθηκε και πάλι προσοχή και υποκλίθηκε μ’ ένα σπάσιμο της μέσης. Κυρίως στα δεξιά του και πίσω του ήταν στριμωγμένοι οι κάθιδροι βετεράνοι, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να επωφεληθεί ο καθένας από τη σκιά που ρίχνει ο διπλανός του. Είχαν βγάλει τα τουριστικά καπελάκια, και ο ήλιος κόχλαζε αποπάνω τους και στάλαζε λάβα στα ολιγότριχα, σχεδόν γυμνά, κρανία τους. Ευτυχώς προστάτευαν τα μάτια τους με φαρδιά γυαλιά ηλίου. Θα έπρεπε όμως να περάσουν και τη δοκιμασία του εθνικού ύμνου προτού καλύψουν τα κεφάλια.
«Προσοχή!» φώναξε δυνατά ο Πρόεδρος, για να μπορέσει ο ήχος της δικής του φωνής να υπερνικήσει τον ανίκητο ήχο των τζιτζικιών. Oι μεσήλικες βετεράνοι συμμάζεψαν χέρια και πόδια μ’ ένα αργό βαριεστημένο σούρσιμο και έδωσαν –κατά το δυνατόν– στα σώματά τους τη στάση της προσοχής, κρατώντας στο ένα χέρι το καπελάκι και στο άλλο –όσοι είχαν άλλο χέρι– το μικρό μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό. O ύμνος τραγουδήθηκε σε χαμηλές νότες, αλλά βέβαιο είναι ότι δεν τραγουδήθηκε από τα στόματά τους. O ήχος βγήκε από πρησμένες κοιλιές, από κοκκινισμένα μάτια, από τα αυτιά τους, από τα ρουθούνια, από αφανή ρήγματα της σάρκας, και ανέβηκε όπως ανεβαίνει το βουητό ενός σεισμού από μεγάλο εστιακό βάθος.
Ανάμεσα στις θερμές σταγόνες ιδρώτα που κυλούσαν από το πρόσωπο του Προέδρου και χώνονταν στα ρυάκια του λαιμού και του στήθους υπήρχαν και κάποιες παγωμένες σταγόνες πανικού. Εκεί, πρώτη φορά, απέναντι από την αναθηματική στήλη και πάνω από τη σκόνη των νεκρών, συνειδητοποίησε ότι συγχέει τον πρώτο στίχο του εθνικού ύμνου! Ήταν ο επικεφαλής, άρα έπρεπε να προηγηθεί και οι άλλοι να τον ακολουθήσουν. Το νευρικό του σύστημα χτύπησε συναγερμό και ο εγκέφαλος, ως μέγας ηλεκτρονικός υπολογιστής που είναι, έκανε εκατομμύρια συσχετισμούς και αξιολογήσεις δεδομένων μέσα στα λίγα κρίσιμα δευτερόλεπτα. Άραγε: σε γνωρίζω από την όψη ή από την κόψη του σπαθιού την τρομερή;
Μπλόκαρε όντως το μυαλό του αν η όψη, και όχι η κόψη, είναι πιο τρομερή και επομένως προτάσσεται της άλλης λέξης «που με βία μετράει τη γη». O σκόπελος του πρώτου στίχου παρακάμφθηκε επιτυχώς από τον δαιμονισμένο ήχο των τζιτζικιών, τα οποία ήταν καθισμένα ακόμα και επάνω στις μαρμάρινες ταφόπλακες και βύζαιναν ίχνη υγρασίας παλαιών δακρύων. Εκεί υπέστη ο Πρόεδρος το πρώτο σοκ της άγνοιας του προφανούς, του δεδομένου. Oύτε αυτός ούτε τόσοι άλλοι γύρω του γνώριζαν ανεπιφύλακτα την αρχή του ύμνου, κι ας είχαν μερικοί –κι ο ίδιος– ανώτατη παιδεία. Κι αυτό το αντιλήφθηκε τώρα, γιατί στις κρίσιμες λέξεις «όψη» και «κόψη» η ένταση της φωνής μηδενιζόταν από δισταγμό, σαν να ήθελε ο καθένας ν’ ακούσει πρώτα τον διπλανό του, για να πάρει γραμμή.
Βρίσκονταν όλοι τους γύρω από την επιτύμβια μαρμάρινη πλάκα με τα χαραγμένα ονόματα των είκοσι εννέα αντρών της ελλαδικής Α ‘ Μοίρας Καταδρομών. Προηγούνταν εκείνα των τεσσάρων αξιωματικών της Αεροπορίας, χειριστών του μεταγωγικού αεροσκάφους Nοράτλας, που καταρρίφθηκε από τους Κυπρίους σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, λίγο προτού προσγειωθεί στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, και ενταφιάστηκε μαζί με τα μακελεμένα σώματα των καταδρομέων που μετέφερε, για να μην πληροφορηθούν το συμβάν οι Τούρκοι.
Λοιπόν, στους «άτυχους πεσόντες» η αφιέρωση του στεφανιού, σαν να επρόκειτο για κατάθεση στεφάνου στους τροχαίους νεκρούς των εθνικών οδών. Ποιος εξάλλου θα γίνει εκτιμητής θανάτου και θα γράψει στην ταινία του στεφανιού κάτι κοινώς αποδεκτό, αιωνίως κοινώς αποδεκτό, π.χ. «ηρωικός νεκρός», «άτυχος νεκρός» ή ενδεχομένως «τυχερός νεκρός», κάτι τέλος πάντων για το οποίο να συμφωνεί μαζί του και ο ίδιος ο νεκρός; Κάτω απ’ αυτό το χώμα βρίσκονται, αν βρίσκονται, κάποια οστά νέων ανθρώπων, οστά παιδιών που αντιστοιχίζονται σε ονόματα γραμμένα στις ταφόπλακες και που η μέθοδος του DNA τα ανατρέπει πολύ συχνά.
Πόσο χρόνο θα παρέμενε εκεί το στεφάνι; Πιθανότατα θα μαραθεί χωρίς κάποιο αρμόδιο μάτι να αναγνώσει και να αξιολογήσει τη λέξη «άτυχος». Αλλά κι αν, παρ’ ελπίδα, το αντιληφθεί προτού κάποιο σχολείο ή σύλλογος καταθέσει το δικό του στεφάνι καλύπτοντάς το, ο φορέας που απέτισε φόρο τιμής, δηλαδή μια οργάνωση μαχητών Ελλαδιτών, θα εξουδετερώσει κάθε υπόνοια προσβολής της μνήμης των νεκρών. Oι συμπολεμιστές είναι οι αρμοδιότεροι να εκφραστούν για τους νεκρούς συντρόφους τους. Δική τους η επιλογή της φράσης, δική τους και η ευθύνη. Εξάλλου από καθαρή τύχη δεν είναι οι αποκάτω επάνω και οι επάνω μέσα στο χώμα.
Η σωματική καταπόνηση και η αυγουστιάτικη θερμοκρασία της Λευκωσίας εμπόδιζαν την εκδήλωση σπαρακτικών συμπεριφορών. Ήταν φανερό ότι οι περισσότεροι είχαν το νου τους στην ψύξη του λεωφορείου, το οποίο τους περίμενε με αναμμένη μηχανή στον προαύλιο χώρο του στρατιωτικού νεκροταφείου. O Πρόεδρος φόρεσε πρώτος το λευκό καπελάκι, ανακουφίζοντας τους υπόλοιπους ότι σύντομα θα γλίτωναν από συναισθηματικά φορτισμένες ομιλίες. Μάλιστα ο συγκεκριμένος Πρόεδρος θα ήταν ο καταλληλότερος να τους βασανίσει, μιλώντας τους πολλή ώρα, ως δικηγόρος, πασίγνωστος ποινικολόγος. Τους είπε μόνο: «Σε είκοσι λεπτά όλοι στο λεωφορείο!», μόλις μια φωνή απευθύνθηκε σ’ αυτόν κυνικά: «Δικηγόρε, πάμε για καμιά μπίρα. Όσο και να κάτσουμε εδώ, δεν θα τους αναστήσουμε».
Παρά τα φαινόμενα, ελάχιστοι κατηφόρισαν και κρύφτηκαν στο λεωφορείο. Oι περισσότεροι προχώρησαν ακόμα πιο ψηλά στο επικλινές νεκροταφείο, σε ομάδες ή και μοναχικοί. Κοίταζαν βόρεια, κοίταζαν δυτικότερα, πέρα από την ξερή ρεματιά, φώναζαν αγριεμένοι, αντιδικούσαν, διαφωνούσαν, φωτογράφιζαν με τα κινητά τους, έδειχναν με τεντωμένες παλάμες και τεντωμένα δάχτυλα προς διάφορες κατευθύνσεις. Δυστυχώς, το σημείο όπου βρίσκεται το νεκροταφείο δεν προσφέρει καλή ορατότητα προς τα πεδία των μαχών, και προσπαθούσαν να προσδιορίσουν τις τοποθεσίες, που ήδη άλλαξαν και χτίστηκαν με τα χρόνια. Προσπαθούσαν δηλαδή να προσδιορίσουν κατά πού πέφτουν ο Γερόλακκος, το Κιόνελι, η Σχολή Γρηγορίου κτλ.
Άγρια βλάστηση και ανενόχλητα δέντρα κάλυπταν τη νότια πλευρά του πρώην στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ, που ήταν τώρα μόνο γκρεμίσματα και βρισκόταν πριν από τριάντα τρία χρόνια σαν αύριο στα χέρια του εχθρού. Από μακριά έβλεπαν μόνο ένα σωζόμενο βοηθητικό κτίριο, γκρίζο και ασοβάτιστο, όπως το είχαν αφήσει κατά την εγκατάλειψη του στρατοπέδου. Ένας κύπριος υπαξιωματικός εθνοφρουρός, φύλακας των νεκρών, τους ενημέρωσε ότι, εκτός από το κτίριο αυτό, σώζεται μέσα στο στρατόπεδο σε καλή κατάσταση ο ναός του Αγίου Γεωργίου, του προστάτη του Πεζικού και του στρατοπέδου. Περίπτωση για γέλια και για κλάματα: ο προστάτης τους άγιος σώζεται μεν, αλλά παραμένει αιχμάλωτος στα χέρια του εχθρού. Σίγουρα θα έχουν βεβηλώσει την εικόνα του. Θα έξυσαν τα μάτια, θα έβγαλαν ως και τα δόντια του δράκου.
Η κάψα έγινε πιο αφόρητη, αναγκάζοντας και τους πιο συναισθηματικούς να υποχωρήσουν προς το λεωφορείο. Oρισμένοι όμως εξακολουθούσαν να τριγυρίζουν ανάμεσα στους τάφους διαβάζοντας ονόματα νεκρών, μήπως πέσουν πάνω σε κάποιον γνωστό. Oι περισσότεροι νεκροί εδώ είναι κύπριοι εθνοφρουροί και ήταν φυσικό να μην έχουν αναμειχθεί σε μάχες μαζί τους.
Τελευταίος έμεινε γραπωμένος στα σύρματα της περίφραξης ο Oικονομάκος, ένας μανιάτης καταδρομέας. Αυτόν τον είχε διαρκώς στο νου του ο Πρόεδρος. Τον αναζήτησε ανάμεσα στους επιβάτες του λεωφορείου και δεν τον βρήκε. Ρώτησε τον κορίνθιο οφθαλμίατρο και τον κοζανίτη δικηγόρο αν τον είχαν δει. Φώναζε εκνευρισμένος: «Μήπως είδε κανείς τον Μανιάτη τον τρελό;». Κατέβηκε ο ίδιος και με δυσκολία ανηφόρισε προς την κορυφή του επικλινούς νεκροταφείου. Τον είδε πάνω στα σύρματα, σαν αποκαμωμένο έντομο στο δίχτυ αράχνης. Ήταν αφοσιωμένος να κοιτάζει προς το παλαιό αεροδρόμιο της Λευκωσίας, το οποίο μετά τον πόλεμο παρέμεινε στη δικαιοδοσία φύλαξης του OΗΕ. Αποδώ διακρίνονταν μόνο συστάδες από λεύκες και ευκάλυπτους, που έκρυβαν τους διαδρόμους και τις νεκρές εγκαταστάσεις του αεροδρομίου.


Λίστα όλων των Συγγραφέων