Συγγραφέας του μήνα

Άντζελα Δημητρακάκη

Η Άντζελα Δημητρακάκη γεννήθηκε στη Μυτιλήνη τον Οκτώβρη του 1968 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή Αθήνας και τα πανεπιστήμια Essex και Reading στη Βρετανία. Σήμερα διδάσκει Ιστορία και Θεωρία της Σύγχρονης Τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Πρωτοδημοσίευσε το 1997, κάνοντας παράλληλα το διδακτορικό της (βλ. έργα). Πέρα από μυθιστορήματα και έναν τόμο διηγημάτων, έχει συμμετάσχει σε πολλές συλλογές ενώ αρθρογραφεί συχνά στον ελληνικό τύπο.

Κύρια λογοτεχνικά έργα:

«Ανταρκτική» (Οξύ 1997 και αναθεωρημένη έκδοση Οξύ 2006). Μυθιστόρημα.
Το άνοιγμα της μύτης (Οξύ 1999). Συλλογή διηγημάτων.
«Αντιθάλασσα» (Οξύ 2002). Μυθιστόρημα. Υποψήφιο για το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω.
«Το Μανιφέστο της ήττας» (Εστία 2006). Μυθιστόρημα. Υποψήφιο για το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Να Ένα Μήλο και The Athens Prize for Literature του περιοδικού (δέ)κατα.
«Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα» (Εστία 2009) μυθιστόρημα. Υποψήφιο για το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω, The Athens Prize for Literature του περιοδικού (δέ)κατα καθώς και για το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών.


Απόσπασμα από το «Μανιφέστο της ήττας»

ΠΕΝΤΕ XPONIA

Ίσως είχε δίκιο η Κατερίνα να είναι απογοητευμένη μαζί μας. Τα ξεσπάσματα βίας ήταν μετρημένα στα δάχτυλα. Εκτός απ’ τον καβγά για το κινητό του Γιούλε, είχαν κυρίως να κάνουν με τον Στάσι και την κιθάρα που δεν είχε εξαφανιστεί μετά το βράδυ του πάρτι. Την όγδοη πάντως μέρα η κιθάρα είχε χάσει τις περισσότερες χορδές της, τις οποίες περιέργως κανείς δεν είχε σκεφτεί να χρησιμοποιήσει για να στραγγαλίσει κάποιον, ούτε για να κρεμαστεί. Η κιθάρα δεν ανήκε στον Στάσι αλλά στον Ιωάννου. Ήταν αξεσουάρ του εξοχικού, σκέψη που μας είχε διασκεδάσει για λίγο. Φανταζόμασταν τον Ιωάννου να παίζει Simon & Garfunkel με παρέα μεσήλικες ζωγράφους που μαζεύονταν στο εξοχικό για να βιώσουν τη μοναδική εμπειρία της αυγουστιάτικης σελήνης.
Το Νησί είχε μεγάλη φήμη για το φεγγάρι του στους μυημένους, και η βίλα Ιωάννου πρόσφερε θεαματική άποψη του επίπεδου πορτοκαλί κύκλου πάνω απ’ τις επίπεδες πορτοκαλί σκιές των λόφων. Το πορτοκαλόχρωμο νυχτερινό τοπίο ήταν η κύρια ατραξιόν. Θέαμα που σου ’κοβε την ανάσα. Απαντά μόνο στο Νησί και άμα σταθείς τυχερός και πέσεις σε καλή χρονιά, η αντανάκλαση αυτής της πυρακτωμένης, πορτοκαλιάς φαντασμαγορίας στον σεληνόφωτο θόλο προκαλεί ένα σπάνιο φυσικό φαινόμενο που συγκρίνεται μόνο με το Βόρειο Σέλας. Πλάκα κάνω βέβαια, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Εκτός άμα τριπάρει κανείς, μόνο ο πελώριος δίσκος του φεγγαριού είναι πορτοκαλί ενώ οι σκιές στο γύρω τοπίο διατηρούν τη γνωστή απουσία χρώματος όπως κάθε άλλο βράδυ. Δεν έκανα ωστόσο πλάκα για τις μαζώξεις με την κιθάρα.
Στην πραγματικότητα, μερικοί από μας δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας. Εγώ, ας πούμε, είχα υπάρξει μάρτυρας της τελετουργίας δυο συνεχόμενους Αύγουστους και είχε έρθει ο καιρός να μοιραστώ τις αναμνήσεις μου. Ο Ιωάννου μας αποκαλούσε «σπόρια» με τον Αλέξη (έλεγε «για ν’ αδειάζουν τα σπόρια τη γωνιά») και μας είχε απαγορέψει να ενοχλούμε τους επίσημους προσκεκλημένους που είχαν κρατήσει για πάρτη τους την ανατολική βεράντα. Αυτό ήταν το καλύτερο σημείο, ο εξώστης που πρόσφερε την τέλεια θέα της ανατέλλουσας σελήνης. «Τα σπόρια» έπρεπε να βολευτούν στο βορειοανατολικό μπαλκόνι, όπου τα φώτα της Χώρας θάμπωναν τη λάμψη του φεγγαριού. Μια που δεν ήμασταν λάτρεις της φύσης, δεν δίναμε και πολλή σημασία. Πίναμε τη ρακή μας αλλά προσπαθούσαμε να μην κάνουμε φασαρία -που ήταν αδύνατον-, για να μη χάνουμε τις προπόσεις του Ιωάννου και των καλεσμένων τις οποίες βρίσκαμε ακατανόητες αλλά άκρως ψυχαγωγικές, τόσο που μας έστελναν να κυλιόμαστε με σπασμούς γέλιου ανάμεσα στις πήλινες γλάστρες με τα μαραμένα γεράνια. Μια κυρία εκ των καλεσμένων έκανε πρόποση στους «εκδικητές» - to the avengers είχε πει αγγλικά. Πιστέψαμε πως εννοούσε την τηλεοπτική σειρά του ’60 με την Joanna Lumley. Και ο Ιωάννου τραγουδούσε. Όλοι τραγουδούσαν. Σε μια φάση, όταν είχαν όλοι πιάσει το «Five Years» του David Bowie, νόμιζα πως κάτι είχε σπάσει μέσα μου. O Αλέξης κι εγώ είχαμε γελάσει τόσο δυνατά και για τόσο πολύ που μας είχε πιάσει λόξιγκας.
«Πέντε χρόνια», ψιθύρισε η Ούτε στο αυτί μου, «για τόσο περίπου κράτησε η δράση της ομάδας Χάσμα.»
«Κόφ’ το επιτέλους, σταμάτα, σε παρακαλώ», φώναξα, σκεπάζοντας με τα χέρια τα’ αυτιά μου.
Οι μόνες ευχάριστες στιγμές που μας χάρισε η κιθάρα στο υπόγειο ήταν η αναμνησιολογία περί παρελθόντων καλοκαιριών στο ίδιο σπίτι όπου πλέον δεν είχαμε πρόσβαση. Δεν γνωρίζω αν ο Στάσι αντιλαμβανόταν στην αρχή πόσο μας παρέλυαν το μυαλό οι πειραματισμοί του στην κιθάρα. Δεν γνωρίζω καν αν έτυχε να πέσει στα χέρια του η σελίδα (που τελικά διασώθηκε) που του τα λέει χύμα, κι αν τον πλήγωσαν τα σχόλια. Σε κάποια φάση ο Νικόλας τον είχε ρωτήσει με καλοσυνάτη, γεμάτη έγνοια φωνή αν ήταν βαλτός από την Κατερίνα να μας«σπάσει». O Στάσι τον είχε κοιτάξει με απορία. Είχαν ανακατευτεί κι άλλοι, με αποτέλεσμα να γίνουμε βίδες.
Εκείνη ήταν η πρώτη φορά που η Όλγα είχε βάλει τα κλάματα, ήσυχα, κάτω απ’ το παράθυρο.
Ήταν επίσης η πρώτη φορά που ένιωσα στ’ αλήθεια θυμωμένη απέναντί της - οι προηγούμενες ήταν απλές πρόβες.
Και τα δυο γεγονότα αξίζουν από μια παράγραφο το καθένα. Επειδή: η Όλγα είχε μεγαλώσει σε μια όμορφη πόλη της κεντρικής Ευρώπης που είχε μεν υποκύψει στην πίεση του τουρισμού αλλά όπου οι προσόψεις των κτιρίων είχαν παραμείνει -ως έπρεπε- σταχτιές, καπνισμένες απ’ την Ιστορία. Η γκριζάδα, όπως είχε εξηγήσει η ίδια η Όλγα, ήταν συστατικό στοιχείο της ομορφιάς τους. Η ομορφιά είναι μια ορατή, κομψή μορφή αυτογνωσίας. Έτσι είχε πει, αλλά ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς πως δεν αναφερόταν στον εαυτό της αντί για τη Βουδαπέστη. Ήμουν ανέκαθεν της γνώμης πως η κρυψίνοιά της για τα δέκα χρόνια που μας χώριζαν ήταν άσκοπη και προσβλητική. Δεν πίστευα ότι η ζωή της μπορεί να είχε υπάρξει σ’ αλήθεια -στην ουσία της- διαφορετική. Πριν το Φλεβάρη στο Νησί, δεν μπορούσα να διανοηθώ πως η δική μου ζωή θα γινόταν ποτέ ουσιαστικά διαφορετική. Ας πηγαίναμε εκατό ταξίδια στην Περιφέρεια, όλα κατέληγαν με την επιστροφή στο Κέντρο. Υποπτευόμουν μάλιστα πως αν τελικά κάποτε η ζωή μου γινόταν διαφορετική, η αιτία θα ήταν μια καταστροφή. Το θέαμα της Όλγας να κλαίει κουβαριασμένη σε μια γωνία με αναστάτωσε ακριβώς επειδή μου υπενθύμισε πως στα περίπου πέντε χρόνια που τη γνώριζα τίποτα δεν είχε συμβεί που να μου είχε αλλάξει γνώμη για το νόημα μιας «διαφορετικής» ζωής. «Διαφορά» σήμαινε διάβρωση, και πιο συγκεκριμένα: διαβλητικότητα, διαβολή, διαγραφή, διάζευξη, διαθεσιμότητα, διαίρεση, διακονία, διακύβευση, διακωμώδηση, διάλυση, διαπόμπευση, διαρροή, διάσταση, διαστρέβλωση, διαστροφή, διασυρμό, διαφθορά. Το «διά» δεν προμήνυε τίποτα καλό.


Λίστα όλων των Συγγραφέων