Συγγραφέας του μήνα

Κοσμάς Χαρπαντίδης

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Κοσμάς Χαρπαντίδης γεννήθηκε το 1959 στο Κάτω Νευροκόπι Δράμας, αλλά μεγάλωσε στην Καβάλα, όπου ζει από το 1964 και μέχρι σήμερα. Σπούδασε νομικά και δικηγορεί από το 1986.
Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1983, μέσα από το περιοδικό Νέα Πορεία, ενώ ανήκε στην συντακτική επιτροπή των λογοτεχνικών περιοδικών της Καβάλας Σκαπτή Υλη και Υπόστεγο.

ΓΡΑΠΤΑ
-Το 1993 τα αφηγήματα Μανία πόλεως (εκδόσεις Επικαιρότητα). Το 2005 από το βιβλίο του αυτό απόσπασμα με τον τίτλο Χαλασμένες γειτονιές συμπεριλήφθηκε στα κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας της δευτέρας τάξης του Γυμνασίου.
-Το 1995 τα διηγήματά του με τον τίτλο Οι εξοχές των νεκρών ( εκδόσεις Νεφέλη).
-Το 1997 το θεατρικό αναλόγιο Ταξίδι με θέα τη θάλασσα, για το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας.
-Το 2002 τα διηγήματα με τον τίτλο το έκτο δάχτυλο(Κέδρος), το οποίο επιλέχτηκε ανάμεσα στα δέκα επικρατέστερα βιβλία διηγημάτων του 2002 για το βραβείο διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω».
-To 2006 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του με τίτλο Τα δώρα του πανικού( Κέδρος) - υποψήφιο για βραβείο μυθιστορήματος 2006 στις μικρές λίστες (short lists) του περιοδικού « Διαβάζω» και του περιοδικού «Δέκατα».
-Το 2010 κατά παραγγελία του Φεστιβάλ Φιλίππων-Καβάλας έγραψε το αναλόγιο ο Γιώργος Χειμωνάς περιηγείται στο όρος Σύμβολον.
- Το 2010 έγραψε και επιμελήθηκε το φωτογραφικό άλμπουμ Καβάλα- Θάσος των εκδόσεων Μίλητος, που εκδόθηκε την ίδια χρονιά.
Eίναι μέλος της εταιρίας συγγραφέων από το 2004.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΧΗ
Για το έργο του Κοσμά Χαρπαντίδη έχουν γράψει κατά καιρούς οι: ο Δημήτρης Μαρωνίτης στο Βήμα της Κυριακής, ο Παντελής Μπουκάλας στην Φιλολογική Καθημερινή της Τρίτης, η Ελισάβετ Κοτζιά στην Καθημερινή της Κυριακής, η Μάρη Θεοδοσοπούλου στο Βήμα, Γ.Δ. Παγανός στα περιοδικά Γράμματα και Τέχνες και το Αντί, ο Ευριπίδης Γαραντούδης στα Νέα του Σαββάτου και στο Εντευκτήριο, η Μαρία Στασινοπούλου, ο Τάσος Χατζητάτσης, ο Γρηγόρης Πεντζίκης σε διάφορα άλλα περιοδικά.
Εργοβιογραφικό λήμμα για αυτόν έχει περιληφθεί στο Λεξικό της Νεοελληνικής λογοτεχνίας και αναφέρεται στην Ιστορία της Ελλάδας των νεωτέρων χρόνων.
Στις 23 Απριλίου του 2007 ο Ορχήστρα των Χρωμάτων σε καλλιτεχνική επιμέλεια Ιουλίτας Ηλιοπούλου παρουσίασε στο ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη της Αθήνας μια βραδιά αφιερωμένη στα πεζά του, σε πρωτότυπη μουσική επένδυση του Στάθη Γυφτάκη και με τον γενικό τίτλο «Με πανσέληνο».
Κείμενά του, κατά καιρούς, δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες Αυγή(όπου για ένα διάστημα αρθογράφησε για θέματα βιβλίου και πολιτισμού), Ελευθεροτυπία και στα περιοδικά Εντευκτήριο, Παρατηρητής, Δέντρο, Γιατί κ.α.
Εχει προσφέρει αμισθί τις υπηρεσίες του κατά καιρούς στο παρελθόν στο Δημοτικό Ωδείο(1986-1990), την Δημοτική Βιβλιοθήκη(1990-1995), ως Πρόεδρος του ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας (1995-1997 ) και στη συνέχεια, ως Πρόεδρος της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας ( 2007-2010). Επιμελήθηκε, χωρίς αμοιβή, δέκα έξι βιβλία τοπικού ενδιαφέροντος από την Δημοτική Βιβλιοθήκη και τις εκδόσεις του Ιστορικού αρχείου του Δήμου Καβάλας.
Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.


ΔΙΗΓΗΜΑ

Πιστοποίηση συναισθημάτων*


Δεν ζούσε την ζωή της, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι.
Ζούσε την ζωή της μέσα από την δική του. Χάρη στην δική του ζωή.
Και όχι του άντρα της, αλλά του εραστή της.
O άντρας της την είχε απομονώσει σιγά-σιγά στο νοικοκυριό της με τα τρία παιδιά, που της έκανε απανωτά για να μην την αφήνουν να βγαίνει από το σπίτι. Δεν ήθελε να ακούσει για δουλειά εκτός. Αχρηστο της έμεινε το πτυχίο της νηπιαγωγού. Οσο κι αν την πείραζε, δεν μπορούσε να το αλλάξει. Τι αντιρρήσεις να έχει άλλωστε, όταν της εξασφάλιζε όλα τα απαραίτητα και την τοποθέτησε σα μια καλοστημένη κλώσα στο σπιτικό του;
Η ακινησία το πρώτο προτέρημά της, η ενσωμάτωσή της μέσα στην σπιτική πανίδα το δεύτερο.
Όμως του το κράτησε.
Μόλις ανέστησε τα παιδιά της και το τρίτο άρχισε να πηγαίνει στο σχολείο, αποφάσισε να βγαίνει από το σπίτι και να εμπλουτίζει την ζωή της με εμπειρίες. Τον γνώρισε εύκολα. Την κυνήγησε και ενέδωσε. Στην αρχή δεν μιλούσε καθόλου στην διάρκεια του έρωτα, μόνο τον άφηνε να την τεμαχίζει και να την καταπίνει. Εκείνος εφάρμοζε τεχνικές της δουλειάς του. Ερχόταν από πάνω της, ενώ είχε διαμορφώσει το περιβάλλον εργασίας, όπου θα εκινείτο. Εψαχνε να επιβεβαιώσει ότι το προϊόν συμμορφωνόταν με τις απαιτήσεις και την κλίμακα, που είχε θέσει ο ίδιος, το ανώτατο όργανο αξιολόγησης. Εφάρμοζε την τεχνική των πιστοποιήσεων, της δουλειάς του δηλαδή,βήμα προς βήμα.
Στην αρχή την ζάλιζε με τα λόγια του.
Της έλεγε ότι την ήθελε για δική του, μόνιμα, πως ονειρευόταν να συγκατοικήσουν, να ξαπλώνουν μαζί στο κρεβάτι, να σηκώνονται αγκαλιά το πρωί, να εκτονώνει τις πρωινές του στύσεις, τις καλύτερές του, που ποτέ δεν μοιράστηκε μαζί της, να αντιμετωπίζουν την ζωή σαν ευτυχισμένο ζευγάρι.
Οσο κι αν νόμιζε ότι δεν γινόταν πιστευτός και εκείνη τον αντιμετώπιζε πάντα με μια έντονη καχυποψία, ανάμικτη με μια ειρωνεία, μπορεί και δυσπιστία, εν τούτοις δεν σταματούσε το λεκτικό λουτρό της επιβεβαίωσης και της εφόρμησης για να την κατακτήσει.Στη συνέχεια και ενώ για δύο τρία λεπτά σταματούσε και τον έχανε αυτός έθετε σε κίνηση το δεύτερο πλάνο πιστοποίησης. Δεν ξεκινούσε με φιλιά, αλλά από τα πόδια της. Από εκεί της μετέδιδε το ρίγος του δικού του σώματος κι ανέβαινε μεθοδικά κι αργά προς τα επάνω, επιλέγοντας την τέλεια στάση. Να κουμπώσουν τα σώματα. Μόλις ήλεγχε την κατάλληλη στάση και πόσο εφαρμοστά ήταν τα δύο σώματα, τότε με τον δικό του, γήινο και λασπωμένο τρόπο, ενωνόταν μαζί της. Ανάβλυζε μέσα της το συναίσθημα, ερεθιζόταν μέχρι παροξυσμού, ξεχνούσε την ολότελα κλειστή ζωή της, ξεσπούσε μέσα της μια δύναμη κι ένας κρουνός χυνόταν προς όλες τις κατευθύνσεις.
-Είσαι η καλλίτερη απόδειξη ότι οι πιστοποιήσεις έχουν εφαρμογή και στον έρωτα.
Μέχρι να τον ξανασυναντήσει έχανε το μυαλό της, λειτουργούσε σαν υπνωτισμένη, απουσίαζε συνεχώς από την πραγματικότητα. Αναζητούσε τις τακτικές του και την συγκινούσε ότι την καθυπόταξε πλήρως, ώστε να ανέχεται τα πειράματά του και γιατί όχι να τα επιζητεί. Την ήλεγχε πλήρως, σε αντίθεση με τον άντρα της, που την λυπόταν, γιατί βυθιζόταν μέρα με την μέρα στον δικό της κόσμο, παραμένοντας ανενεργή κι άχρηστη για τους άλλους. Μια γυναίκα που δεν παρήγαγε έργο, που αμελούσε, που δεν επικεντρωνόταν στα παιδιά, που έφτιαχνε ένα φαγητό με το ζόρι.
Το μυαλό της ήταν πάντα στο σώμα του.
Στο παλιό ξενοδοχείο του εχέμυθου πελάτη του έμπαιναν από την πίσω πόρτα, λαμβάνοντας χίλιες προφυλάξεις. Οσο κι αν δεν ήταν συχνές οι συναντήσεις τους, εκείνη μοιρολατρικά πίστευε πως κάποια στιγμή κάποιος θα τους έβλεπε και τότε θα ερχόταν το τέλος. Παντρεμένοι κι οι δυο.
Πιο πολύ τον φαντασιωνόταν, παρά τον έβλεπε, γιατί έπρεπε να συντονιστούν πολλά δεδομένα για να τον συναντήσει ερωτικά.
Κι όμως δεν ξεθώριαζε η έλξη της γι’ αυτόν. Η επιθυμία της, για πρώτη φορά χρωματισμένη και υλοποιημένη σαν ένα ολόγραμμα ή σαν μια παράσταση ιριδίζουσα στον κορμό του, στα μπράτσα και τα στήθη του, στην πλάτη του, στα μπούτια του, στο μόριό του, της άνοιγε το περισκόπιο του κόσμου. Ναι, συναισθανόταν τα πράγματα βαθιά μέσα της κι αυτή η συναίσθηση, που έδινε χρώμα και ζωή στα άψυχα, ξεκινούσε από εκείνον. Ο,τι είχε σχέση με εκείνον ενέτεινε όλες τις αισθήσεις της στο μέγιστο για να το συλλαμβάνει. Για τίποτα άλλο δεν ζούσε. Το σώμα της σταδιακά, κοντά του μετατρεπόταν σ’ένα εργαλείο, για να μαθαίνει το σώμα του.
Εργαλιοποιήθηκε.
Γιατί έτσι την ήθελε εκείνος. Κι ήταν η μόνη, που το αποδέχθηκε. Καθώς βυθιζόταν μέσα της, αυτή επικοινωνούσε με τις άλλες γυναίκες που προηγήθηκαν στη ζωή του. Τις συναντούσε αραδιασμένες γύρω από μια εστία ή από ένα τραπέζι να της πιάνουν την κουβέντα ή να της μιλούν σε μεγάλες μοναχικές βόλτες, κάτω από παραθαλάσσια πεύκα κι ήρεμη θάλασσα του απογεύματος. Ηταν σαν να ταξίδευε μαζί με όσες προηγήθηκαν κι άφησαν ίχνη στο σώμα του. Ηξερε τόσα και μάντευε περισσότερα,που αυτός θα τρόμαζε αν του τα έλεγε ποτέ. Κι είχε την πεποίθηση πως όλα ήταν αληθινά. Τα ταξίδια του στα σώματα των άλλων της πρόσφεραν τον πόνο ότι δεν της ανήκε αποκλειστικά. Ανακουφιζόταν μόνο με την ιδέα ότι μέσα από την δική της ηδονή συνδιαλεγόταν μαζί τους.
Αναρωτήθηκε κάποτε γιατί μια σύντροφός του τον άλειψε με λάδι μαγειρικό, χαμηλής ποιότητας, προκειμένου να εισχωρήσει ευκολότερα. Κι αυτό γιατί την ενοχλούσε η μυρωδιά του λαδιού, που τον συνόδευε ώρες αφότου τελείωσε μαζί της. Δεν του χαλάλισε κάτι καλλίτερο; Η μυρωδιά της έφερνε στον νου κάτι ταινίες ασπρόμαυρες, με τους μαυραγορίτες της κατοχής, που για ένα μπουκάλι λάδι απαιτούσαν πήδημα πεινασμένα κορίτσια, που χτυπούσαν συνωμοτικά τις πόρτες τους και εκείνοι τους άνοιγαν αθόρυβα, για να μην τους πάρει μυρωδιά η γυναίκα τους.
Δεν ήθελε να τον βλέπει βράδια, όχι μόνο γιατί δεν έβρισκε εύκολα δικαιολογίες,αλλά και γιατί δε ήθελε να την αναστατώνει. Μετά όταν γύριζε στο σπίτι της κάθε κύτταρο ήταν τόσο ξεσηκωμένο από τις τεχνικές του, ώστε δεν της κολλούσε ύπνος μέχρι τις μικρές ώρες. Σερνόταν για ώρες στο κρεβάτι και δεν μπορούσε να κλείσει μάτι.
Στη συνέχεια παρατήρησε ότι όλες οι αισθήσεις μετά την πιστοποίησή του λειτουργούσαν στο έπακρο, η ζωή αποκτούσε νέες διαστάσεις, προσλαμβανόταν σε μεγαλύτερη ενάργεια κι όλες οι αισθήσεις κινητοποιούνταν στο έπακρο. Τεταμένες η όσφρηση, η γεύση, η αφή.
Ένα πρωί που της δινόταν χωρίς όρεξη πήρε την μυρωδιά μιας χυδαίας ξανθιάς, με φουσκωμένο μαλλί που θαρρείς και τον βούτηξε ολόκληρο μέσα στον καφέ της. Όμως τι να περιμένει κανείς` όσο αυξανόταν το κίτρινο επάνω τους και το έντονο μέικ απ άσπριζε πρόσωπα, για να είναι ασορτί, τόσο περισσότερο βάραιναν στην ζυγαριά της φτήνιας. Κι όμως και παρά το γεγονός ότι ενέδιδε σε ρετάλια και δεν έστεργε να την έχει αποκλειστικά εξώγαμη, σε αντίθεση με την αφοσίωση εκείνης, ωστόσο της έδινε δύναμη, για να φορτώνεται ατάραχα τα πανομοιότυπα στιγμιότυπα μιας καθημερινότητας κλειστής και να αντέχει. Του αναγνώριζε ότι της χάριζε την αταραξία της καθημερινότητας. Γιατί όσο πιο ατάραχα ζει ένας άνθρωπος τόσο πιο μεγάλο μυστικό έχει ανακαλύψει ή αλλιώς καλύπτεται απόλυτα από μια σχέση.
Εκείνος το απέδιδε στην δουλειά της πιστοποίησης. «Είσαι το τέλειο δείγμα μου» την κολάκευε;. «Σε προσάρτησα σ` εμένα. Μέσα από εμένα πιστοποιείς την ζωή και τα συναισθήματά σου απέναντι στους άλλους». Του το αναγνώριζε. Αναπλήρωνε κεφάλαια και φέτες ζωής, που εν τω μεταξύ είχε χάσει και την οδηγούσε να αισθάνεται λιγότερη ανασφάλεια για όσα δεν έκανε, για όσα δεν πρόλαβε, για όσα δεν έζησε, νομίζοντας πως η ζωή της δεν ήταν δική της, αλλά η ζωή μιας άλλης, που την χαράμιζε έτσι ανέμελα, χωρίς να της καίγεται καρφί για τον χρόνο που έφευγε έτσι άδικα.
Ερμήνευσε την κεκτημένη του ταχύτητα, ως μια προσπάθειά του να ξεμπερδεύει από μια προηγούμενη αγχωμένη σχέση του. Τον πίεζαν να μην κρατήσει πολύ, γιατί δεν υπήρχε χρόνος. Ηταν ένα επιπόλαιο κι αγχωμένο πήδημα σ’ ένα εργοστάσιο επίπλων κουζίνας, όπου τον κάλεσαν να επιμεληθεί την γραμμή παραγωγής κι εκείνος βρήκε την ευκαιρία να πηδήξει την γυναίκα του αφεντικού, μέσα στο γραφείο του, πάνω στο σκληρό τραπέζι των συσκέψεων, ανασηκώνοντας στο σώμα του την μυρωδιά της φορμάικα και της ξυλόκολλας, που τώρα εισχωρούσε στα ρουθούνια της.
Δεν την πείραξε καθόλου που πήγε με μια ηλικιωμένη γυναίκα, την οποία επισκέφθηκε για να ζητήσει την ψήφο της στις δημοτικές εκλογές και αυτή, αφού του πρόσφερε ένα ζαχαρωμένο συκαλάκι του άνοιξε τα πόδια και τον διεκδίκησε δυναμικά. «Η ψήφος περνά από εδώ» και του υπέδειξε την οδό της,ενώ αυτός την κοιτούσε αποσβολωμένος. Στο τέλος η εβδομηντάχρονη του σκούπισε τα βρεγμένα πόδια με τα μαλλιά της και του αποκάλυψε ότι είχε να κάνει έρωτα πολύ καιρό. Κι αυτός παραξενεύτηκε που τίποτα δεν είχε χαλαρώσει επάνω της, τίποτα δεν πειράχθηκε κι όλα λειτουργούσαν στην εντέλεια. . Το αυθάδικο βλέμμα και ύφος μιας φοιτητριούλας απλώθηκε σ’ όλο το βλέμμα,αλλά και το σώμα του και η νεανικότητά της αποτυπώθηκε στον τρόπο που την αντιμετώπιζε για καιρό, αφού διέκρινε μια καχυποψία που τον εμπόδιζε να είναι ο εαυτός του και να της δίνεται, όπως είχαν συνηθίσει. Για να το ξεπεράσει αγωνίστηκε πολύ. Η μικρή κι άγουρη κοπελίτσα της κλόνισε την αυτοπεποίθησή της.
Πιστοποιώντας τα συναισθήματά της την βοήθησε να ανεχθεί και την μυρωδιά της συζύγου του. Την είχε συνηθίσει και της ήταν οικεία. Δεν την αιφνιδίαζε, ούτε της κακοφαινόταν, ούτε τον κάκιζε πια, που δεν την εγκατέλειπε για την ίδια. Σχεδόν θα έλεγε πως την αγαπούσε κι ας μην ήξερε τίποτα γι΄ αυτήν. Μπορεί και να δικαιολογούσε το αυτάρκες και ικανοποιημένο ύφος, εκείνης που τον είχε μόνιμα στο κρεβάτι της.
Οσο έμενε μαζί του ήθελε να είχε συμβάλλει με τις δικές τις δυνάμεις στην τροφή του, το στέριωμά του, το λαμπύρισμά του, στην έκλαμπρη φανέρωσή του. Ηθελε να τον ταίζει, να του ετοιμάζει την γωνιά του, να κατακλιθεί και να τον καμαρώνει, καθώς αποκοιμιόταν ευχαριστημένος. Η θωπεία του βλέμματός της τον τύλιγε την ώρα του μικρού ύπνου του.
*********
Εζησαν μαζί και χώρια, για έξι χρόνια.
Μια θητεία, ένα σχολείο, ίσως το δημοτικό του έρωτά της, διάστημα στο οποίο έμαθε όλες τις λεπτομέρειες για την δουλειά του κι είχε ασκήσει επάνω της τις αρχές της πιστοποίησης, που την κρατούσαν δέσμιά του.Της είχε πλασάρει τόσο καλά το σώμα του, που κάθε της κύτταρο ήταν συντεταγμένο στους ορισμούς και τις επιθυμίες του.
Εξι χρόνια δεν ξεστράτισε ρούπι. Πιστή. «Θα μείνω και θα γεράσω δίπλα σου» του έλεγε κι αυτός, αστειευόμενος απαντούσε «αυτό μοιάζει σαν απειλή».
Το ήξερε ότι ήταν μονομερές. Κι αυτό εγκυμονούσε τον κίνδυνο να την βαρεθεί. Ενας άντρας βαριέται και το πήδημα είναι αποσπασματικό δέσιμο. Εκείνος δεν μπορούσε να πιστοποιήσει τα ευγενή του συναισθήματα και να αισθάνεται πάντα δεμένος μαζί της, όπως έκανε εκείνη. Για να πιστοποιήσεις κάτι πρέπει να υπάρχει.
Όταν σταμάτησε να την βλέπει, εκείνη αρρώστησε. Ο πόνος της στέρησης την τύφλωνε. Τον ζητιάνευε. Τον περίμενε στη δουλειά. Τον πολιορκούσε. Τότε μόλις κατάλαβε πόσο περίπλοκη ήταν η σχέση τους. Πόσο την είχαν επηρεάσει οι διατάξεις του, οι υπολογισμοί του, οι διευθετήσεις του. Το σώμα της πια υπάκουε μηχανικά μόνο στις δικές του εντολές.
Ηταν η πιο καλορρυθμισμένη του πιστοποίηση. Κι απόδειξη ότι τον αναζητούσε πάντα. Με όλες τις αισθήσεις στο φουλ. Τρελά. Δεν μπορούσε ν’ απαλλαγεί από τις ρυθμίσεις του.
Πονούσε από την απουσία του.
Πιστοποιημένη μέχρι τέλους στα αόρατα δεσμά του.


* ανέκδοτο διήγημα που περιλαμβάνεται σε υπό έκδοση συλλογή διηγημάτων.



Λίστα όλων των Συγγραφέων