Συγγραφέας του μήνα

Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη

ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το Δεκέμβριο του 1945. Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1966 με το διήγημα «Έντεκα γράμματα κι ένα υστερόγραφο» στο περιοδικό «ΕΠΟΧΕΣ» του Άγγελου Τερζάκη. Ταυτόχρονα άρχισε να δημοσιογραφεί, η δραστηριότητά της όμως αυτή διακόπηκε εξαιτίας της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Εν συνεχεία ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο «Ρόμβος» και το ομώνυμο βιβλιοπωλείο. Παράλληλα ασχολήθηκε με μεταφράσεις βιβλίων, κυρίως κοινωνικοπολιτικών. Από το 1982 αφοσιώθηκε αποκλειστικά στη συγγραφή.
Η Λ.Μ.-Σ. περιλαμβάνεται σε πολλές ελληνικές και ξένες ανθολογίες, εγκυκλοπαίδειες και ευρετήρια καθώς και στη διδακτέα ύλη του Γυμνασίου αλλά και του Tμήματος Μετάφρασης του British Council. Συνεργάστηκε επί μακρόν ως πεζογράφος με το περιοδικό «Les Temps Modernes” των Σαρτρ-Μποβουάρ. Πεζά και ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά και ρουμανικά. Το 2001 τιμήθηκε με το Α΄ βραβείο Ιπεκτσί για το μυθιστόρημά της «σαν το μετάξι» (Εκδόσεις Καστανιώτη). Βιβλία της υπάρχουν σε βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο, μεταξύ των οποίων στη Βιβλιοθήκη του Αυστραλιανού Κοινοβουλίου και στη Βιβλιοθήκη του Αμερικανικού Κογκρέσου. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

΄Εργα

1. Ο δραπετης στο δεντρο (ποιήματα), Ερμής, 1972
2. Οι κατακόμβες (πεζογραφήματα), Ερμής, 1975
3. Τα μικρούτσικα (παραμύθια), Ερμής, 1979 – 2η έκδοση 1985 (βραβείο γυναικειασ λογοτεχνικησ συντροφιασ)
4. Εξάλλου ο Λένιν ήτο πολύ καλής οικογενείας (διηγήματα), Εξάντας, 1981 – 3η έκδοση επαυξημένη Εκδόσεις Καστανιώτη, 2003
5. Τα 92 συρτάρια (νουβέλα), Εξάντας, 1983
6. Το ξένο σώμα (μυθιστόρημα), Κέδρος, 1985 – 2η έκδοση 1986
7. Η Γυναίκα της Άμμου (νουβέλα), Κέδρος 1988 – 3η έκδοση Εκδόσεις Καστανιώτη 1996
8. Ο Δρόμος είναι η χαρά (μυθιστόρημα), Κέδρος, 1991 – 22η έκδοση 2009
9. Σαν το μετάξι (μυθιστόρημα), Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996 – 9η έκδοση 2007
10. Στις κρύπτες του χρόνου (ποιήματα), Εκδόσεις Καστανιώτη, 1997
11.Μια στιγμη στον παραδεισο (μυθιστόρημα), Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999 – 5η έκδοση 2000
12. Γλυκιά καλοκαιριατικη βραδια (μυθιστόρημα), Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001 – 9η έκδοση 2003
13. Κρυμμένες εικονεσ (διηγηματα), Εκδόσεις Καστανιώτη, 2005
14. Έξι φορεσ η τυχη (μυθιστόρημα), Εκδόσεις Καστανιώτη, 2η εκδοση 2007
15. Όλοι αυτοι οι ανθρωποι (μυθιστόρημα), Εκδόσεις Καστανιώτη, 3η εκδοση 2009

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα ‘κι όμως ανθίζει…’,
εκδόσεις Μεταίχμιο, Απρίλιος 2011


Πήγαινα στην προτελευταία τάξη, όταν αποφάσισα ότι ήθελα να γίνω γιατρός. Έβρισκα την επιστήμη της Ιατρικής ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και το επάγγελμα το πιο ανθρωπιστικό απ’ όλα. Διάβαζα πολύ ελληνική και ξένη λογοτεχνία, οι οποίες συνέβαλαν στην εδραίωση των ανθρωπιστικών μου ιδανικών. Ο αδερφός της θείας Ζίτσας, ο θείος Κίμων, ήταν ανύπαντρος και βιβλιόφιλος. Όταν είχε στεναχώριες αντί να το ρίξει στο πιοτό το ’ριχνε στο διάβασμα. Αυτός ήξερε να δώσει στον καθένα μας το κατάλληλο βιβλίο. Τους Αθλίους του Ουγκώ τους είχα διαβάσει χωρίς να σηκώσω κεφάλι. Θυμάμαι πόσο αντιπαθούσα τον Ιαβέρη, πώς αγωνιούσα για τον Γιάννη Αγιάννη. «Ήμουν σίγουρος πως θα σου άρεζε» με είπε. Ο θείος Κίμων μάς είχε γράψει συνδρομητές και στη Διάπλασι των παίδων.
Όταν λοιπόν εξέφρασα στον πατέρα μου την επιθυμία να σπουδάσω Ιατρική, εκείνος αντέδρασε:
«Θα φύγεις μόνη σου στη Θεσσαλονίκη; Δεν είναι δυνατόν!»
«Μα θα μένω στη θεία Άφρω όπως ο Συμεών…»
«Αποκλείεται! Στην Ιατρική πηγαίνουν μόνον αγόρια…»
Μου το ξέκοψε οριστικά θαρρείς και θα με τρώγανε τ’ αγόρια. Και να πεις πως ήταν κανένας αμόρφωτος. Ωστόσο δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ τη νοοτροπία της εποχής του και την πλήρωσα εγώ. Να φανταστείτε ότι όταν παντρεύτηκα οι γυναίκες δεν είχαν ακόμη το δικαίωμα του εκλέγειν ούτε φυσικά του εκλέγεσθαι. Τώρα τα έχω και τα δύο, μα ακόμη περισσότερο απολαμβάνω το δικαίωμα του ομιλείν χωρίς ετικέτες και χωρίς παρωπίδες.
Η ειρωνεία είναι ότι τον ξάδερφό μου τον Συμεών, που τον είχαν στείλει στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να ρίχνεται στις υπηρέτριες της θείας. Εντέλει παράτησε τις σπουδές και έκανε δουλειές του ποδαριού. Κρίμα γιατί τον προόριζαν για το μαγαζί, να αναλάβει ταξίδια στο εξωτερικό και τέτοια.

Η πλάκα είναι ότι εγώ εξαρχής ήθελα να πάω στο μεικτό γυμνάσιο, αλλά όταν το άκουσε ο πατέρας μου του σηκώθηκε η τρίχα. «Τι είπες; Με τ’ αγόρια;!». Παρθεναγωγείο και τσιμουδιά! Δεν ήξερε ότι λειτουργούσαμε
εναλλάξ με το αρρένων, ώσπου να κτιστεί το καινούργιο σχολείο. Τη συνάντηση λοιπόν που ήθελε ν’ αποφύγει με τ’ αγόρια δεν την απέφυγε. Στην αλλαγή της βάρδιας γέμιζε ο τόπος χαμόγελα, χαζόγελα, ψιθύρους, αναστεναγμούς, ματιές. Κάποιες έβρισκαν στο θρανίο τους ραβασάκι από το αρσενικό που καθόταν προηγουμένως εκεί. Εγώ κάποτε βρήκα ένα χαρτί με μια λαβωμένη καρδιά.
Καμιά φορά το απόγεμα που γυρίζαμε σπίτι, μας έπαιρναν από πίσω οι ευέλπιδες που έκαναν τη βόλτα τους. Η Μαρίκα –πάντα πιο τολμηρή και τσαχπίνα από μένα– έριχνε ματιές, τους έσερνε απ’ τη μύτη και κακαρίζαμε. Εκεί όμως σταματούσαν όλα, κι ας έπρεπε ν’ ανοίγουμε δρόμο για να περνάμε ανάμεσα απ’ τις ορμόνες, ιδιαίτερα στο έμπα της άνοιξης.
Εγώ εξακολουθούσα να έχω στον νου μου τον Ζήνωνα – εκείνο το αγόρι που όταν ήμουν μικρή είχα ματώσει στα βάτα για ν’ αποκτήσω έναν πήλινο βόλο του. Οικογενειακοί φίλοι ήμασταν. Η μητέρα του συγκεκριμένα είχε μείνει νέα χήρα και ξαναπαντρεύτηκε με φίλο του πατέρα μου. Το παιδί αυτό είχε τραβήξει πολλά από τον πατριό του, που το ξεχώριζε από τα δικά του παιδιά και το υποτιμούσε. Ο πατέρας μου κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες, για να πείσει τον φίλο του ν’ αλλάξει συμπεριφορά απέναντι στο παιδί. «Τάσο» του έλεγε ευθέως «αυτό που κάνεις είναι ντροπή…» Η γυναίκα του ευγνωμονούσε τον πατέρα μου «Χρίστο, αν δεν ήσουν εσύ, εγώ δεν θα μπορούσα ν’ αντέξω άλλο…» Πιο δύσκολη θέση για μια μάνα δεν μπορώ να φανταστώ. Πράγματι ο πατέρας μου κατάφερε να τον μεταστρέψει, αλλά ενώ η ατμόσφαιρα επιτέλους γαλήνεψε, στην ψυχή του αγοριού είχε σταλάξει τόση πίκρα, που με τίποτα δεν ξεπίκριζε.
Ο Ζήνων ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός μου. Τα καλοκαίρια στη Θάσο έπεφτε στη θάλασσα να κολυμπήσει και χανόταν στον ορίζοντα. Άλλοτε περπατούσε μόνος με τις ώρες στην ερημιά. Είχε σκοπό να γυρίσει όλο το νησί με τα πόδια, μας δήλωσε, χωρίς να ζητήσει από κανέναν να τον συνοδεύσει. Ήθελα τόσο πολύ να περπατούσαμε μαζί, αλλά εκείνος συνέχιζε να μην μου δίνει σημασία. Καθόταν κάτω από ένα πεύκο, ακουμπούσε τη ράχη του στον κορμό, έβγαζε απ’ την τσέπη τη φυσαρμόνικά του και έπαιζε. Πιο πολύ έπαιζε φυσαρμόνικα παρά μιλούσε το παιδί αυτό.
Καθώς μεγάλωνα ωστόσο, κουβέντιαζε μαζί μου όλο και περισσότερο. Σιγά σιγά άρχισε να μου μιλάει για τον εαυτό του. Μια δυο φορές αναφέρθηκε στον πατέρα του σαν να ήταν μόνος, σαν να μην υπήρχε δίπλα του η μητέρα. Απέφυγε όμως κάθε νύξη για όσα ήξερα πως τράβηξε από τον πατριό του, τόσο φοβερά και άδικα για μένα που είχα μεγαλώσει μες στη στοργή. Ο Ζήνων προτιμούσε να μου μιλάει για το νησί της καταγωγής του, τη Λήμνο, και για τα καλοκαίρια που περνούσαν εκεί προτού πεθάνει ο πατέρας του. Για τα κάστρα, τις ακρογιαλιές, τις αρχαιότητες, τον Άθω απέναντι, τους αστακούς και τις γαρίδες, τα πεντανόστιμα παξιμάδια και το ευωδιαστό κρασί που εμπορευόταν ο παππούς του. Μόνο μια φορά μου ανάφερε κάτι λυπητερό: τον Μούδρο με το κοιμητήρι των Αυστραλών, που άφησαν την τελευταία τους πνοή στη μάχη της Καλλίπολης. «Διαβάζεις την ηλικία των νεκρών στις πλάκες κι ανατριχιάζεις. Εικοσάχρονα παιδιά όλοι…»
Είχα καταφέρει να τον εντυπωσιάσω, επειδή γνώριζα τον αρχαίο συνονόματό του. Για να είμαι ειλικρινής, αρχικά νόμιζα πως επρόκειτο για στρατηγό. Στην εγκυκλοπαίδεια όμως βρήκα δύο φιλοσόφους: Ζήνων ο Ελεάτης, Ζήνων ο Στωικός. Ο δεύτερος του ταίριαζε καλύτερα. «Είχε κι εκείνος τάση προς την ερημία…» σχολίασα.
« Όχι ακριβώς, όχι μ’ εσένα…» αντέδρασε.
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πλήρως ότι η αναζήτησή μου στην εγκυκλοπαίδεια δεν ήταν φιλομάθεια, ήταν έρωτας. Ήμουν πια στα δεκάξι.
Οι γονείς μας βέβαια είχαν αντιληφθεί το ταίριασμά μας πριν από εμάς και έκαναν τα σχέδιά τους. Τη χρονιά που τελείωνα το σχολείο, ο Ζήνων τελείωνε το στρατιωτικό. Είχε ’ρθει το Πάσχα με άδεια και μας κάλεσαν οικογενειακώς στο σπίτι τους. Κάποια στιγμή του είπα το παράπονό μου, πως ο πατέρας μου δεν μ’ άφηνε να σπουδάσω στη Θεσσαλονίκη Ιατρική.
«Πολύ καλά κάνει ο μπαμπάς σου» απάντησε αυθόρμητα. «Αν φύγεις, εγώ με ποιον θα μιλώ σ’ αυτήν την πόλη;»
Αύγουστο απολύθηκε και σ’ έναν μήνα δώσαμε λόγο. Οι επίσημοι αρραβώνες ορίστηκαν για τα Χριστούγεννα.
Ο Ζήνων μπήκε αμέσως στην επιχείρηση του πατριού του, με απώτερο όμως σκοπό, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, να κάνει κάτι δικό του. Ο πατριός του είχε ιχθυοτροφεία στην Κεραμωτή, ακριβώς απέναντι απ’ τη Θάσο, σε ένα είδος λιμνοθάλασσας. Εκτρέφανε χέλια και κυρίως κεφαλόπουλα για αυγοτάραχο. Με πήρε μια μέρα μαζί του να δω τις εγκαταστάσεις και την όλη επεξεργασία. Προσεκτικά οι εργάτες αφαιρούσαν τα αυγά απ’ την κοιλιά του ψαριού, τα έπλεναν, τα αλάτιζαν, τα κρεμούσαν να στεγνώσουν και μετά τα βουτούσαν σε λιωμένο κερί και τα ξανακρεμούσαν. Με τον ίδιο τρόπο συντηρείται και σήμερα το αυγοτάραχο.
Ήταν μια υπέροχη φθινοπωρινή λιακάδα, η θάλασσα λαμπύριζε, φυσούσε ανάλαφρο το αεράκι, λύγιζαν ανεπαίσθητα οι καλαμιές. Καθώς περπατούσαμε στην άμμο, ένας γλάρος εμφανίστηκε αιφνίδια στον δρόμο μας. Πετούσε πάνω απ’ το κεφάλι μας κρώζοντας επίμονα. Κατάλαβα πως κάτι ήθελε να μας μηνύσει. Πράγματι, πάσχιζε να μας διώξει για να μην πατήσουμε τ’ αυγά του, που τα είχε εναποθέσει λίγο πιο κάτω. Ο Ζήνων έσπευσε να φωτογραφίσει τη φωλιά. Μόλις είχε αποκτήσει μια μηχανή Agfa και την είχε περί πολλού. Δώρο του αγαπημένου του θείου Πέτρου, μοναδικού αδερφού του πατέρα του, που είχε στην Αθήνα μεγάλο κεντρικό φωτογραφείο. Ήταν ένα μαύρο μεταλλικό κουτί μέσα σε καφέ δερμάτινη θήκη, που την κρεμούσε στον λαιμό του. Με φωτογράφισε, με ξαναφωτογράφισε, τελείωσε το φιλμ.
Στη βόλτα μας εκείνη συζητήσαμε τι άλλο θα μπορούσα να σπουδάσω, μιας και ο δρόμος της επιστήμης είχε αποκλειστεί, κι αποφάσισα να επικυρώσω τις γνώσεις μου των Γαλλικών με κάποιο δίπλωμα. Για τον λόγο αυτό άρχισα μαθήματα για προχωρημένους στις καθολικές καλόγριες, τις μόνες που ήταν εξουσιοδοτημένες να χορηγούν διπλώματα γλωσσομάθειας. Εκεί βέβαια μας έκαναν προπαγάνδα με εικονίτσες και βιβλιαράκια, αλλά βρήκαν τώρα άνθρωπο να προσηλυτίσουν. Η ηγουμένη πάντως ήταν πολύ συμπαθητικιά.


Tη μέρα που ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος πήγαινα αμέριμνη στο μάθημα και την ώρα ακριβώς που περνούσα την είσοδο του ιδρύματος ακούστηκε ο ήχος της σειρήνας. Πόλεμος! Πόλεμος; Πόλεμος, ναι, πόλεμος! Έγινε γενική επιστράτευση. Ο Ζήνων έφυγε με το χαμόγελο στα χείλη. Με χαμόγελο τον αποχαιρέτισα κι εγώ, αλλά η καρδιά σφιγμένη… Με συμπαρέσυρε όμως ο ενθουσιασμός του κόσμου, η φωνή της Σοφίας Βέμπο που μας έκανε πότε να ριγούμε πότε να γελάμε: «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του και τη σκούφια την καλή του μ’ όλα τα φτερά». Ανατολικοθρακιώτισσα κι αυτή, πρόσφυγας απ’ την Καλλίπολη του Ελλησπόντου.
Καθώς πλησίαζε η Πρωτοχρονιά ο πατέρας μου προβληματιζότανε: ν’ ανοίξουμε την παραμονή το μαγαζί ή να μην ανοίξουμε; Τελικά ανοίξαμε. Εκτός από έναν, όλοι οι άλλοι υπάλληλοι είχαν επιστρατευτεί και πολεμούσανε στην Πίνδο. Ανέλαβα εγώ το ταμείο, από τα υπόλοιπα μεγάλα παιδιά της οικογένειας άλλα έκαναν τους πωλητές κι άλλα προσέχανε για κλέφτες. Ε λοιπόν, αυτό που συνέβη εκείνη την παραμονή είναι από τα άγραφα. Οι σειρήνες συρίζανε σαν τρελές κι ο κόσμος αγόραζε απτόητος δώρα για τα αγαπημένα πρόσωπα: παιχνίδια, γάντια, γραβάτες, κασκόλ, κολόνιες, πουκάμισα, καπέλα… Οι εισπράξεις ήταν τόσο πολλές, που δε χωρούσαν στο συρτάρι!
Παρά τις όποιες απώλειες, όλοι πιστεύαμε στη νίκη. Ο Άξων, μετά τόσους περιπάτους ανά τας Ευρώπας, γνώριζε επιτέλους τι θα πει ήττα. Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μόσχας μετέδιδε ότι οι Έλληνες έγραψαν νέο Μαραθώνα. Ο Λε Κορμπυζιέ δήλωνε ότι η Ελλάδα αποτελούσε την εφεδρεία της παγκόσμιας συνείδησης και ο Αντρέ Ζιντ έγραφε, «Γενναίε ελληνικέ λαέ, αντιπροσωπεύετε για μας τον θρίαμβο της παλληκαρίσιας αρετής, της πραγματικής αξίας, εκείνης των ολιγάριθμων. Και τι ευγνωμοσύνη αισθανόμαστε για σας , γιατί ξαναδώσατε σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα εμπιστοσύνη, θαυμασμό, αγάπη κι ελπίδα στον άνθρωπο». Ο Ζήνων κατάφερε να μου στείλει δυο επιστολικά δελτάρια γεμάτα παλμό: «Αγαπημένη μου Ηλέκτρα, το δίκαιο θα θριαμβεύσει…», «Αγαπημένη μου Ηλέκτρα, δεν είμαστε τυχαίος λαός. Έχουμε ιστορία που μας δεσμεύει…». Τα διάβαζα, τα ξαναδιάβαζα κι άκουγα τη φωνή του σαν να ήταν πλάι μου: «Αγαπημένη μου Ηλέκτρα…».
Η μόνη που δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό μας ήταν η γιαγιά. «Τρομάξαμε να δούμε ειρήνη και τώρα ποιος ξέρει πού θα μας διώξουν πάλι…» μουρμούριζε.
«Πουθενά, μάνα. Εδώ θα μείνουμε. Η νίκη είναι δική μας!» τη διαβεβαίωναν. Μα εκείνη συνέχιζε να μουρμουρίζει.
Κάτι παραπάνω ήξερε η γιαγιά Ηλέκτρα… Με το που μπήκε η άνοιξη του 1941 τρεις στρατοί ενώθηκαν για να νικήσουν ένα φιλότιμο. Έτσι, τον Απρίλη έγινε η συνθηκολόγηση. Η γραμμή του Ρούπελ δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με την Πίνδο, γι’ αυτό δεν γνώριζαν ότι ο πόλεμος είχε λήξει και συνέχιζαν να μάχονται. Οι Γερμανοί τούς μηνούσαν να σταματήσουν, αλλά οι δικοί μας νόμιζαν πως επρόκειτο για μπλόφα και τελικά μια χούφτα άνθρωποι αποδεκατίσανε ένα ολόκληρο σύνταγμα. Όταν έλαβαν σήμα να παύσουν πυρ, ο Γερμανός συνταγματάρχης συνεχάρη τον Έλληνα επικεφαλής για την απαράμιλλη ανδρεία. Ο αξιωματικός αυτός ήταν φίλος του θείου μου, ο οποίος μάλιστα είχε συμβάλει στην κατασκευή των περίφημων οχυρών μεταφέροντας οικοδομικά υλικά με τα φορτηγά του.
Σήμερα τα οχυρά Ρούπελ λειτουργούν ως μουσείο.
Έγινε ειρήνη λοιπόν, μαύρη ειρήνη. Οι στρατιώτες οπισθοχωρούσαν πεζή μες στα χιόνια κι από πάνω τους βομβαρδίζανε. Περιμέναμε από μέρα σε μέρα τον Ζήνωνα, αλλά ο καιρός περνούσε κι εκείνος δεν φαινόταν. Ούτε όμως και κάποια ειδοποίηση λάβαμε πως ήταν αιχμάλωτος, νεκρός ή τραυματίας. «Άρα ζει. Είναι αδύνατον να μην ζει…» έλεγαν όλοι. Έτσι έλεγα κι εγώ.
Ο πατριός του έψαξε και βρήκε έναν συμπολεμιστή του που είχε επιστρέψει. Από αυτόν πληροφορήθηκε ότι πολλοί μετά την υποχώρηση έφυγαν με καΐκια απ’ τη Χαλκιδική για Παλαιστίνη και Αίγυπτο, με σκοπό να συνεχίσουν τον αγώνα. Ο Ζήνων σίγουρα ήταν ανάμεσά τους. Το πίστευα βαθιά όχι επειδή το ήθελα αλλά επειδή το ένιωθα.

Την πρώτη μέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στην Καβάλα, μας έφεραν τους Βούλγαρους πεσκέσι. Ο πατέρας μου έσπευσε να στείλει τα γυναικόπαιδα στη Θάσο. Κοιτούσα τα σμαραγδένια νερά και τα επιθυμούσα μαύρα. Ήτανε πρόκληση τόση ομορφιά για μια πατρίδα σκλαβωμένη, για μια Θάσο χωρίς Ζήνωνα.
Μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο κοντά στα Λιμενάρια. Σε ελάχιστο χρόνο ήρθαν οι Βούλγαροι και το επιτάξανε. Επιστρέψαμε λοιπόν άρον άρον στην Καβάλα. Eκεί ο τρόμος είχε ήδη εγκατασταθεί για τα καλά. Τα κορίτσια δεν τολμούσαμε να σταθούμε ούτε πίσω απ’ το παράθυρο. Μας είχαν τέσσερις φρουρούς γύρω απ’ το σπίτι κι άλλους τόσους στο μαγαζί, για να μην φυγαδεύσουμε εμπορεύματα. Κι ερχόντουσαν από τη Βουλγαρία και ζητούσαν μεταξωτά , κασμίρια εγγλέζικα, τόπια σατέν, μαροκέν, και ξέρεις τι έδιναν; Για ένα κουστούμι ανδρικό συν ένα καπέλο μπορσαλίνο συν ένα φόρεμα γυναικείο, όλα μαζί πέντε λέβα, δηλαδή ούτε πέντε δραχμές. Και πού να μιλήσεις…Σε σκοτώνανε επιτόπου. Όταν γίνεται πόλεμος και Κατοχή, δεν έρχεται κανένας καλός. Έρχονται όλοι οι τυχοδιώκτες, όλοι οι αληταράδες, σου λέει ό,τι θέλουμε κάνουμε.
Μέσα σε λίγες μέρες εγκαταστάθηκε στην Καβάλα ένας δήμαρχος Βούλγαρος που μιλούσε ελληνικά κι αργότερα ήρθε ακόμη ένας που δεν ήξερε τη γλώσσα. Πάνε μια μέρα μαζί στο μαγαζί. Ο καινούργιος πήρε πέντε κουστούμια εγγλέζικα και τρία καπέλα μπορσαλίνο κι άφησε πέντε λέβα. Φαίνεται πως ο πατέρας μου είχε πια απηυδήσει κι ενώ ήταν ψύχραιμος άνθρωπος, πώς του ’ρθε, πετάει στον πάγκο τα κλειδιά: «Πάρ’ τα κι αυτά να τελειώνουμε, να ησυχάσω μια και καλή!». Του λέει τότε ο πρώτος που ήξερε ελληνικά και είχε φάει ήδη το καταπέτασμα: «Έχε χάρη που δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα…Μάζεψε τα κλειδιά σου, γιατί απ’ αυτά κρέμεται το κεφάλι σου και το κεφάλι των παιδιών σου…». Συνήλθε ο πατέρας μου αυτοστιγμεί και τα μάζεψε με τρόπο. Φεύγοντας του λέει ο ελληνομαθής: «Σε καταλαβαίνω, αλλά κι εσύ πρέπει να καταλάβεις ότι είμαστε στρατός Κατοχής».
Τη στιγμή εκείνη ο πατέρας μου αποφάσισε να μεθοδεύσει τη φυγή μας. Έτσι άρχισε να μεταφέρει μόνος του στη Θεσσαλονίκη χρήματα, λίρες και κοσμήματα. Ούτε ξέρω πόσα ταξίδια έκανε. Το όριο των Βουλγάρων ήταν ο Στρυμόνας. Περνούσε τον έλεγχο δωροδοκώντας τους φρουρούς με ούζα, κρασιά και τσιγάρα. Μια μέρα όμως απαγορεύτηκε αιφνιδιαστικά η έξοδος. Ο πατέρας μου ένιωσε προς στιγμήν παγιδευμένος, αλλά αμέσως βρήκε τη λύση. Πήγε με την αίτηση εξόδου στον ελληνομαθή δήμαρχο και τον παρακάλεσε να τη δεχτεί και να δηλώσει ότι την είχε παραλάβει το προηγούμενο βράδυ. Αυτός ας πούμε πως φιλοτιμήθηκε και συναίνεσε. Έρχεται λοιπόν ο πατέρας στο σπίτι και λέει: «Αύριο το πρωί στις έξι φεύγουμε!».
Σύξυλες οι γυναίκες. «Καλά, και μέσα σε λίγες ώρες θα μαζέψουμε δύο σπίτια τριώροφα;»
«Θα πάρουμε τα απαραίτητα και ό,τι άλλο προλάβουμε …»
Μαζέψαμε με την ψυχή στο στόμα ό,τι μπορέσαμε. Η μαμά ήθελε οπωσδήποτε και το γραμμόφωνο. Δυστυχώς αφήσαμε την καλή μας την Γκριζούλα στην τύχη της. Είχε έρθει στον κήπο μας πριν από έναν χρόνο, την ταΐζαμε κι έγινε η γάτα του σπιτιού, αλλά μέσα στο σπίτι δεν τη βάζαμε. Μια μέρα του καλοκαιριού που ήταν ξαπλωμένη σ’ ένα δροσερό παρτέρι, βλέπω να την πλησιάζει ένα μικρό γατάκι κουτσαίνοντας. Το μπροστινό του πόδι κρεμόταν, δεν μπορούσε ούτε να το σύρει καν. Πήγε κατευθείαν στην αγκαλιά της κι εκείνη αμέσως άρχισε να γλείφει το ξένο γατάκι και να το παρηγορεί.
Το πρωί, πριν ξεκινήσουμε, έρχονται οι Βούλγαροι να μας κάνουν έλεγχο. Δε βρήκαν τίποτε ιδιαίτερο, τους γυάλισε όμως το χωνί απ’ το γραμμόφωνο και το πήρανε. Ξεκινήσαμε με τα κάρα για το λιμάνι. Αυτοκίνητο δεν υπήρχε διαθέσιμο. Ήταν όλα επιταγμένα. Εκεί που περιμέναμε να φορτώσουμε, ξαναέρχονται να μας ελέγξουν για δεύτερη φορά: «Έχουμε πληροφορίες ότι φυγαδεύετε εμπορεύματα!». Ο πατέρας μου αρνήθηκε κατηγορηματικά. Εκείνοι επέμεναν. Λέει ο επικεφαλής: «Αν έχετε τίποτα κρυμμένο, πείτε το τώρα, γιατί αλλιώς θ’ ανοίξουμε όλα τα μπαούλα σας, θα το βρούμε και θα την πληρώσετε ακριβά!». Η μητέρα μου τότε θυμήθηκε πως είχε πάρει μισό τόπι χασέ. «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο…» είπε. Ανένδοτος ο Βούλγαρος. Ευτυχώς παρά τη φούρια ήξερε πού το είχε βάλει. Το βρήκαν, το πήραν αυτό το μισό τόπι και τουλάχιστον έφυγαν χωρίς ν’ αναποδογυρίσουν τα πάντα για δεύτερη φορά.
Μπήκαμε επιτέλους στο καΐκι. Ήταν αυτό που μας προμήθευε κάθε χρόνο τα κάρβουνα και τα ξύλα μας από τον Σταυρό της Χαλκιδικής. Έλυσε ο καπετάνιος τους κάβους, σαλπάραμε, βγήκαμε απ’ το λιμάνι. Ξεμάκραινε η Καβάλα… Μέσα στο πρώτο φως της μέρας έχανα την πατρίδα μου για πάντα… Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη βουβαμάρα όλων μας. Ο πατέρας μου, που έπινε μόνο λίγο κρασί τις Κυριακές και τις γιορτές, για πρώτη φορά στη ζωή του μέθυσε με ούζο. «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου» ψιθύρισε «που με βοήθησες να σώσω την οικογένειά μου…» κι είδα να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του.





Λίστα όλων των Συγγραφέων