Συγγραφέας του μήνα

Γιώργος Συμπάρδης

Ο Γιώργος Συμπάρδης γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 1945. Το πρώτο του βιβλίο Το μέντιουμ κυκλοφόρησε το 1987 και Ο Άχρηστος Δημήτρης το 1998.


ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΓΑΜΟΥ (εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ)
μυθιστόρημα


Για το μυθιστόρημα

Ένας σαρανταδυάχρονος άντρας και τέσσερις γυναίκες στην ίδια περίπου με εκείνον ηλικία: Ο Ζαχαρίας που πολύ αγαπάει τις γυναίκες και αναζητάει την κατάλληλη για να παντρευτεί και γύρω του η Αλέκα, η Όλγα, η Βιβή και η Ματίνα. Με τις δύο απ’ αυτές φλερτάρει, με την τρίτη συνδέεται, με την τέταρτη έχει αρραβωνιαστεί τρεις φορές.
Σε δεύτερο πλάνο ο μικρόκοσμός τους: Οι σύζυγοι και τα παιδιά της Αλέκας και της Όλγας, δυο γέροι άντρες που γραπώνονται από τον νεότερο Ζαχαρία κι η οικογένεια κι οι παράλληλοι έρωτες της Βιβής. Τόπος η Αθήνα και οι νότιες συνοικίες της. Πετράλωνα, Ταύρος, Καλλιθέα, Μοσχάτο, Φάληρο. Χρόνος το σήμερα και έξι μήνες από τη ζωή και τα ασήμαντα και σημαντικά πάθη καθημερινών ανθρώπων.
Ένας «τέλειος» γάμος, ένας δεύτερος σε διάλυση, ένας άλλος σε διαρκή εκκρεμότητα και ταυτόχρονα μια από ψυχής υπόσχεση γάμου.



Απόσπασμα από την «Υπόσχεση γάμου»


1


Ζαχαρίας




Οι δυο γυναίκες ξεκόλλησαν από τον τοίχο του νοσοκομείου κι όρμησαν στον δρόμο. Αψήφησαν τη φθινοπωρινή μπόρα και γρήγορες όπως ήταν, με πόδια γερά και μαθημένα να ισορροπούν σε ψηλοτάκουνα παπούτσια, έτρεξαν προς τον σταθμό του Ηλεκτρικού. Τσαλαβούτηξαν σε νερόλακκους, δρασκέλισαν ρυάκια και λαχάνιασαν για να φτάσουν, αλλά επειδή είχαν ενθουσιαστεί από την ίδια τους την αποκοτιά, δεν έπαψαν ούτε στιγμή να διασκεδάζουν με την περιπέτεια: σε κάθε πήδημα που έκαναν και κάθε παραπάτημα, με αφορμή την πιο μικρή αναποδιά, ξεσπούσαν σε γέλια. Από κεκτημένη ταχύτητα, ακόμα κι όταν μπήκαν στον σταθμό κι η μία είπε στην άλλη «μούσκεμα γίναμε, ρε συ», ακόμα και τότε που για πρώτη φορά τις αντίκρισε ο Ζαχαρίας να είναι ξαναμμένες από τη βροχή και το τρέξιμο, μ’ όλα τα χάλια τους γελούσαν.
Καθώς όμως οι δύο γυναίκες απομακρύνθηκαν κι ανακατεύτηκαν με τον κόσμο –με τους μαθητές και τις μαθήτριες που εκείνη την προχωρημένη ώρα σχολούσαν από κάποιο φροντιστήριο εκεί κοντά και με τους επισκέπτες του νοσοκομείου που έφευγαν για να κατέβουν στο κέντρο– ο Ζαχαρίας τις έχασε προς στιγμήν από τα μάτια του. Τις ξαναείδε να περνάνε από δίπλα του και τις ακολούθησε όταν ακούστηκε η λέξη απεργία, όταν η ίδια λέξη άρχισε ν’ απλώνεται στην πλατφόρμα σαν φωτιά κι οι επιβάτες να αποχωρούν με μουρμουρητά και διαμαρτυρίες.
Οι εργαζόμενοι στον Ηλεκτρικό, στις συγκοινωνίες γενικά, έκαναν κάθε τόσο στάσεις εργασίας. Κατά προτίμησιν στο τέλος της νυχτερινής βάρδιας – αυτό, είπε κάποιος, ήταν σε όλους γνωστό. Υπήρχε εξάλλου και χαρτί με το ωράριο των στάσεων στην είσοδο του σταθμού, είπε ένας άλλος, κι εκεί, μπροστά στην είσοδο, συγκεντρώθηκε ο περισσότερος κόσμος.
«Και τώρα τι κάνουμε;» ρώτησε η πιο εύσωμη γυναίκα.
«Για ταξί ούτε λόγος» απάντησε η άλλη, «και η βροχή βροχή».
«Ποδαρόδρομο» πρότεινε η πρώτη γυναίκα.
«Από την Κηφισιά στο Φάληρο με τα πόδια; Θα αστειεύεσαι, κορίτσι μου. Για τι με πέρασες, για δρομέα;» απάντησε η φίλη της.
«Τελείως απρόβλεπτος καιρός» είπε τότε σαν να μιλούσε στο κενό ο Ζαχαρίας. «Να το ξέραμε θα παίρναμε ομπρέλες» πρόσθεσε, εννοώντας με τον πληθυντικό κάτι το κοινό ανάμεσα στον ίδιο και στις δύο γυναίκες. «Έτσι δεν είναι, κορίτσια» τόλμησε και τις ρώτησε στο τέλος.
Εκείνες γύρισαν και του έριξαν μια ματιά, αλλά μη γνωρίζοντας τις προθέσεις του προσποιήθηκαν ότι δεν τον άκουσαν κι ότι δεν τον είδαν. Άλλωστε ο Ζαχαρίας ήταν ένας άνθρωπος σοβαρός κατά τα φαινόμενα και συμμαζεμένος, ένας άντρας στα σαράντα πάνω κάτω, δηλαδή στην ηλικία τους, που εδικαιούτο να μιλάει και για λογαριασμό τους και που, όπως είχαν έρθει τα πράγματα, περισσότερο φαινόταν πλέον να παραμιλάει παρά οτιδήποτε άλλο. Γιατί ο Ζαχαρίας συνέχισε να μουρμουρίζει ακατανόητα για τον καιρό ή μάλλον για την κατάσταση που είχε φτάσει στο απροχώρητο, κι έτσι καθώς μασούσε ακατάληπτα τα λόγια του έδινε στις γυναίκες την εντύπωση ενός ταραγμένου ανθρώπου. Την ίδια στιγμή έβαλε κάτω το κεφάλι –σαν δαρμένο σκυλί, όπως τον περιέγραψε αργότερα το ίδιο βράδυ η πιο γεμάτη γυναίκα– και κίνησε να φύγει. Πριν προλάβει να κάνει δύο βήματα, η ίδια γυναίκα, η Αλέκα Μοσχονά, νοσηλεύτρια στο παρακείμενο νοσοκομείο, σύζυγος κτηνιάτρου και μητέρα δύο αγοριών, πήρε από καθαρή απρονοησία το θάρρος και του μίλησε: «Πού πας;» του είπε, «θα βραχείς». «Δεν πάω μακριά» της απάντησε εκείνος σαν για να την καθησυχάσει κι ενώ ένα χαμόγελο άνθιζε κάτω από το φτενό του μουστακάκι, «εδώ δίπλα έχω παρκάρει». «Άρα, κανένα πρόβλημα» συμπέρανε πρακτικά η Αλέκα Μοσχονά και γύρισε προς τη φίλη της.
Η Αλέκα ήταν από φυσικού της λιγομίλητη – μία γυναίκα σε όλα της μετρημένη κι επιπλέον ικανή να βάζει τα πράγματα και τους ανθρώπους στη θέση τους. Οι συνάδελφοί της κι οι συγγενείς των ασθενών στο νοσοκομείο αυτή την πλευρά τού χαρακτήρα της τη γνώριζαν, ο άντρας της στο σπίτι κι οι δυο της γιοι που μεγάλωναν με τα μετρημένα χάδια της, επίσης. Εκείνο το βράδυ έξω από τον σταθμό του Ηλεκτρικού με τη βροχή που όλο και δυνάμωνε, είχε έρθει η σειρά του Ζαχαρία να την αντιμετωπίσει:
«Και όμως υπάρχει πρόβλημα» της απάντησε. «Αφού έχω ξεμείνει και πρέπει κάποιος να με σπρώξει –για να πάρει μπρος η μηχανή δηλαδή–, υπάρχει πρόβλημα».
«Και τώρα τι ζητάς, να σε σπρώξουμε εμείς;» απόρησε η δεύτερη γυναίκα. «Αν είναι δυνατόν».
«Ε, όχι και να με σπρώξετε» αντέδρασε ο Ζαχαρίας. «Προς θεού, αν έτσι το είπα, το παίρνω πίσω, βρε κορίτσια».
Στο μεταξύ ο Ζαχαρίας με δύο αστεία βηματάκια (μάλλον με γατίσια θα μπορούσε να πει κανείς ότι έμοιαζαν τα βήματά του) τις πλησίασε εκ νέου και από μία απόσταση ασφαλείας που κράτησε καλού κακού, εξήγησε στις δύο γυναίκες την κατάσταση: Η βλάβη στο αυτοκίνητο δεν ήταν σοβαρή κι ούτε είχε σχέση με τη βροχή. Έφευγε από το νοσοκομείο, από επίσκεψη σε έναν άρρωστο φίλο του, και με το που πήγε να βάλει μπρος τη μηχανή, ακούστηκε το γρου γρου της μίζας. Γνωστά πράγματα: όταν η μίζα κάνει γρου γρου –και δεν έχεις ξεμείνει από βενζίνα, εννοείται– με λίγο σπρώξιμο, με ένα τοσοδά σπρωξιματάκι, η μηχανή παίρνει μπρος. Γι’ αυτό μπήκε στον σταθμό, μήπως έβρισκε κάποιον να βάλει ένα χεράκι και ούτε ένας δεν δέχθηκε να βοηθήσει γιατί στο μεταξύ ξέσπασε η βροχή. Τους καταλάβαινε τους ανθρώπους ο Ζαχαρίας. Ποιος θα δεχόταν να βραχεί ή να λερώσει τα χέρια του. Όλα τα καταλάβαινε κι είχαν όλοι το δίκιο τους.
Με τούτο το τελευταίο η Αλέκα θα συμφωνούσε. Κάτω από άλλες συνθήκες θα έβρισκε το συμπέρασμα του Ζαχαρία για τα διαφορετικά συμφέροντα των ανθρώπων πολύ προσγειωμένο και λογικό. Ήταν όμως ο τρόπος του τόσο περίεργα μαλακός κι έμοιαζε τόσο πολύ κάτι να επιδιώκει –ίσως να καλοπιάσει τις γυναίκες και να τις προσεταιριστεί προκειμένου να πετύχει τον άγνωστο σκοπό του, αν όντως είχε κάποιο σκοπό– ώστε η Αλέκα δεν ήξερε τι να πιστέψει. Ένα πάντως ήταν σίγουρο. Ο ουρανοκατέβατος αυτός άντρας δεν ήταν καθόλου απαιτητικός. Στεκόταν σε απόσταση εκεί μπροστά τους και μολονότι βρεχόταν, δεν έκανε ούτε βήμα για να πλησιάσει προς το μέρος τους και να προφυλαχτεί από τη βροχή. Και γι’ αυτό η Αλέκα άφησε τη φίλη της να μιλήσει.
«Να σταμάταγε η βροχή και θα σπρώχναμε εμείς» είπε η φίλη της. «Θα μπορούσαμε, δεν θα μπορούσαμε;» τον ρώτησε.
«Μα και βέβαια θα μπορούσατε» βιάστηκε ν’ απαντήσει ο Ζαχαρίας. «Αν το θέλατε, δηλαδή, και τότε εγώ θα σας πήγαινα στα σπίτια σας. Πρώτα απ’ όλα αυτό έχω υπ’ όψιν μου να κάνω. Αφού και πιο πριν, μέσα στον σταθμό, το ίδιο ακριβώς πρότεινα σε κάτι παιδιά. Βοηθήστε, παιδιά, τους έλεγα, και μετά χαράς, να σας πάω εκεί που πάτε».
«Ναι, αλλά η βροχή δεν λέει να σταματήσει» είπε η ίδια γυναίκα.
«Θα σταματήσει» τη διαβεβαίωσε ο Ζαχαρίας. Δεν ήταν το αυτονόητο για το οποίο της μίλησε. Υπόσχεση ακούστηκε σαν να έδινε στη γυναίκα: «Θα την κάνουμε να σταματήσει» της είπε αμέσως ύστερα.
«Τρελό δεν είναι;» μπήκε τότε στη μέση η Αλέκα. «Δηλαδή εσύ τώρα, για να έχουμε καλό ρώτημα, τι είσαι;» τον αποπήρε, «ο πατερούλης της βροχής;».
«Τρελό είναι» παραδέχτηκε καλότροπα κι ο Ζαχαρίας «αλλά εμείς λίγο θα περιμένουμε» της είπε κοιτάζοντάς την στα μάτια, «και σιγά σιγά η βροχή θα σταματήσει».
Τα ρούχα του αχνίζουν από τη βροχή, παρατήρησε η Αλέκα, αποπνέουν μιαν αφέλεια, μια κουτοπονηριά φωλιάζει σε αυτά τα ρούχα κι η φωνή του έχει κάτι το πλαστό. Έχει τον τόνο και τη γλυκύτητα των μεγάλων που απευθύνονται σε ανήλικα παιδιά, διότι και τα ψέματά του είναι ολόιδια με εκείνα που συνηθίζει να χρησιμοποιεί ο Μοσχονάς όταν προσπαθεί να καθησυχάσει τους δυο γιους του. «Δεν το ξέρεις ότι έτσι κάνουν όλοι οι πατεράδες, ότι έτσι μιλούν στα παιδιά τους;» της είχε πει κάποια φορά ο άντρας της για να δικαιολογήσει κάτι παρόμοιες αρλούμπες του. Και καθώς η Αλέκα προσπαθούσε να φέρει στη μνήμη τη δική της παιδική ηλικία και να θυμηθεί τη συμπεριφορά του συχωρεμένου του πατέρα της, δεν του απάντησε εκείνη τη φορά, αφαιρέθηκε προς στιγμήν κι ο Μοσχονάς πίστεψε ότι την είχε αποστομώσει.
«Το κόλπο δεν πιάνει» ειρωνεύτηκε τον Ζαχαρία η Αλέκα, μετά από κάνα δεκάλεπτο που περίμεναν στην είσοδο του σταθμού κι ενώ η βροχή δεν εννοούσε να κοπάσει.
Ο Ζαχαρίας δέχτηκε το πείραγμα χωρίς ενόχληση. Κατάπιε την ήττα του μ’ ένα χαμόγελο, στο οποίο μεγαλύτερη συμμετοχή είχε το μουστακάκι παρά τα χείλη που τα κρατούσε κλειστά, και ταυτόχρονα έσκυψε το κεφάλι. Προσήλωσε το βλέμμα στα βρεγμένα παπούτσια των γυναικών, στα δικά του βρεγμένα παπούτσια κι αμέσως κατόπιν έστρεψε την προσοχή του σε κάτι άλλο εκεί δίπλα. «Δέστε!» είπε στις γυναίκες. «Τι πράγμα, τι να δούμε;» ρώτησε με ενδιαφέρον η φίλη της Αλέκας. Ο Ζαχαρίας έδειξε με το δάχτυλο τα ορμητικά νερά κάτω στον δρόμο που έφταναν στο ύψος του ρείθρου και ξεχείλιζαν απειλητικά στο πεζοδρόμιο. «Αυτές» απάντησε «…τις φούσκες. Βλέπετε πόσο μεγάλες είναι και τι γρήγορα που σκάνε;».
«Ε, και λοιπόν;» είπε η Αλέκα. «Δυναμώνει η βροχή, μεγαλώνουνε κι οι μπουρμπουλήθρες κι ύστερα σκάνε».
«Λάθος!» της απάντησε ο Ζαχαρίας.


Λίστα όλων των Συγγραφέων