Συγγραφέας του μήνα

Φωτεινή Τσαλίκογλου

H Φωτεινή Τσαλίκογλου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και ειδικεύτηκε στην Κλινική Ψυχολογία. Eίναι καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Έχει εκδώσει τα επιστημονικά έργα και δοκίμια: Σχιζοφρένεια και φόνος (Αναζητώντας τον χαμένο παράδεισο), Μυθολογίες βίας και καταστολής, Ο μύθος του επικίνδυνου ψυχασθενή, Ψυχολογικά, Ψυχο-λογικά (Οι παγίδες του αυτονόητου), Η ψυχολογία στην Ελλάδα σήμερα, Στην άλλη όχθη (επιμ.) και Μήπως; (διάλογοι με τη Μαργαρίτα Καραπάνου). Επίσης το παραμύθι Η νεράιδα της Γης (με εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλου).
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της Η κόρη της Ανθής Αλκαίου, Έρως φαρμακοποιός, Ονειρεύτηκα πως είμαι καλά, Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ και Tο χάρισμα της Bέρθας (υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2010 του ΕΚΕΒΙ), η νουβέλα
Όλα τα ναι του κόσμου, καθώς και τα βιβλία Ψυχολογία της καθημερινής ζωής (Η κουλτούρα του εφήμερου), Η ψυχή στη χώρα των πραγμάτων, Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς (Τα παράξενα της μητρικής αγάπης – Τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου).
e-mail: fotini.tsalikoglou@gmail.com


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Το χάρισμα της Βέρθας»

Αυτό το κορίτσι

Το κορίτσι εκτίθεται στο φόβο. Το μεσημέρι μετά το σχολείο γυρίζει σπίτι τους ακολουθώντας τον ίδιο κάθε φορά δρόμο. Υπάρχει μια γέφυρα πάνω από το ποτάμι. Στην άκρη της γέφυρας στέκεται ένας άντρας. Είναι πάντα εκεί. Με φθαρμένα ρούχα και βλέμμα σκοτεινού ζώου επαναλαμβάνει τα ίδια ακατάληπτα λόγια. Το κορίτσι κλείνει τα αυτιά του και βιάζεται να απομακρυνθεί. Λίγο πριν φτάσει σπίτι όμως, η φωνή του άγνωστου άντρα ηχεί στα αυτιά του:
«Σας υπόσχομαι, η ασφάλειά σας θα εξοντωθεί... ο ύπνος σας θα διασαλευτεί, δε θα σας προστατεύει άλλο το μυαλό σας, καμιά λέξη δε θα μείνει στη θέση της και κάθε έννοια θα διαλυθεί σαν σύννεφο και θα πέσει σαν βροχή. Νεκρούς θα γεμίσετε και θα τρέχετε να κρυφτείτε από τον κεραυνό εαυτό σας και τους πάνθηρες γονείς σας».

2010. Το κορίτσι ζει και μεγαλώνει σε μια ανήσυχη πόλη. Μια πόλη που φοβάται τον εαυτό της κι ονειρεύεται μια άλλη ζωή για τους προγόνους και τα παιδιά της. Τον πρώτο της νεκρό τον συνάντησε μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Ήταν Δεκέμβριος του 2000. Με ακρίβεια θυμάται όλα όσα έγιναν, κι ας ήταν μόνο εφτά ετών.
Εφτά ετών είσαι ήδη μεγάλος. Θυμάσαι. Άλλωστε, από πολύ πιο πριν, ακόμα και από την κοιλιά της μάνας σου, λένε πως έχεις αναμνήσεις, γι’ αυτό και συστήνουν στις έγκυες να είναι ήρεμες, να μην καταναλώνουν αλ­κοόλ, και πάντως όχι ναρκωτικά, και στο σεξ να είναι προσεκτικές, όχι βίαιες κι απότομες κινήσεις. Το έμβρυο καταγράφει, αν όχι συναισθήματα, πάντως κινήσεις, ώσεις, τραντάγματα. Αντιδρά στον παραμικρό θόρυβο και στο ελάχιστο αιφνίδιο φως που έρχεται να διακόψει τα δυο σκοτάδια.

Η μητέρα πάσχει από θλίψη. Από επίμονη και παρατεταμένη θλίψη.

Τo κορίτσι θυμάται ακριβώς τι έγινε εκείνη τη νύχτα. Λένε πως, αν δεν έχεις έρθει σε επαφή με το θάνατο, εξα­κολουθείς να κρύβεσαι ακόμα στην κοιλιά της μάνας σου. Η Βέρθα γεννήθηκε όταν ήταν εφτά χρόνων.

Εκείνη τη νύχτα ξύπνησα απότομα μέσα σε λυγμούς. Η ώρα ήταν έντεκα και δέκα. Κάποιος εφιάλτης, ένας πόνος, ίσως μια αιφνίδια δίψα. Δεν ξέρω. Μπορεί και να ήταν το «Χάρισμα». Ετοιμαζόμουν να το παραλάβω. Η μητέρα μου πετάχτηκε από το κρεβάτι της κι έτρεξε κοντά μου. «Ιωακείμ, Ιωακείμ». Μέσα σε αναφιλητά έλε­γα το όνομά του. Με πήρε στην αγκαλιά. Πήγαμε στο δωμάτιό του. Τότε έπαψα να κλαίω. Κανένας δεν ξέρει γιατί στα ξαφνικά ένα παιδί σταματάει να κλαίει. Είδα το κρεβάτι του αδερφού μου να κουνιέται, δίχως έλεος, πέρα δώθε, σαν ένας άνεμος ή ένας παλιός τρόμος να το έχει αιφνίδια κυριέψει. Ήταν ο θάνατος. Είδα τον αδερφό μου σαν να ήταν κιόλας ένας άλλος και κάπου αλλού να ανοίγει τα μάτια του, να μας κοιτάζει με ένα παράξενα κουρασμένο βλέμμα, που όμοιό του δεν έχω ξαναδεί, και να αφήνει την τελευταία του πνοή. Άφωνη. Εκείνη έμεινε άφωνη. Το σώμα της άνοιξε να χωρέσει η φρίκη. Τα μάτια της, δυο σκοτεινές τρύπες. Θυμάμαι το στόμα της, δεν έχω τις λέξεις να πω με τι έμοιαζε αυτό το στόμα, ζώο, πηγάδι βαθύ, μαύρο. Το ζώο αφήνει ένα ουρλιαχτό, το πηγάδι βαθαίνει, το μαύ­ρο κρύβει μέσα του κι άλλα κοιτάσματα μαύρου. Δεν το θέλω, το μισώ από παιδί το σκοτάδι.


Ήταν 14 Δεκεμβρίου. Ο γιατρός που ήλθε πιστοποίησε το γεγονός του αιφνίδιου θανάτου. Μίλησε για θετικό οικογενειακό ιστορικό. Η μαμά υπέφερε κι αυτή από την καρδιά της. Μίλησε για μυοκαρδιοπάθεια και συγγενείς ανωμαλίες των στεφανιαίων αρτηριών. Μίλησε για την απόφραξη του χώρου εξόδου της αριστεράς κοι­λίας, μίλησε για το συστολικό φύσημα... μίλησε... μίλησε... Όταν ο γιατρός έπαψε να μιλάει, έσφιξε το χέρι της μαμάς και του μπαμπά. Είπε: «Κουράγιο» κι έφυγε.

Συνήθισα να ζω με μια θλιμμένη μάνα κι ένα λιγομίλητο πα­τέρα. Όμως, δεν είμαι βέβαιη από πότε ακριβώς ξεκινάει η θλίψη. Οι ημερομηνίες είναι δόλιες και πονηρές. Πάντα σε ξεγελούν.

Δε με αγαπούσε. Έψαχνα να βρω δικαιολογίες για να μη με νοιάζει. Μέσα σε σωρούς σκουπιδιών ζητούσα να βρω ένα κατά λάθος πεταμένο πανωφόρι. Να είναι ζεστό και να έχει ρουφήξει επάνω του για τις κρύες νύχτες τη μυρωδιά ενός καλοσυνάτου δέρματος. Γιατί, σώνει και καλά, μια μάνα πρέπει να αγαπάει το παιδί της; Η αγάπη αυτή κρύβει μελαγχολία και πλήξη. Σαν ένα πειθαρχημένο τρένο που φτάνει πάντα στην ώρα του, κι οι ταξιδιώτες με μισόκλειστα μάτια κάθονται στη θέση τους, στην ίδια πάντα θέση, αμίλητοι και τακτοποιημένοι. Ενώ, αν δεν έχεις αγάπη, όλα είναι αλλιώς. Συνομιλείς με το Θεό. Ζωντάνια, εγρήγορση και μάτια ανοιχτά στο θαύμα. Με περιέργεια μικρού παιδιού κοιτάζεις έξω από το παράθυρο το τοπίο που συνεχώς αλλάζει. Η αγάπη της μάνας έλεγα πως σου κλέβει την περιέργεια. Ακινησία. Θάλασσα δίχως βυθό. Πλήξη. Ανοησίες! Στην πραγματικότητα, τίποτε από όλα αυτά δεν πίστευα. Η αλήθεια είναι πως λαχταρούσα ένα απα­ράλλαχτα ίδιο τοπίο και τη θέση μου στο τρένο, πάντα την ίδια, να με περιμένει. Την ευτυχισμένη, τη μονότονη αγάπη της μάνας. Αυτό που δεν έχω θέλω. Να με αγαπάει, όπως η καλή μάνα αγαπάει το παιδί της. Σταθερά και για πάντα. Κι όταν χάνει το ένα, της μένει το άλλο παιδί. Και αυτό το άλλο παι­δί που της μένει οφεί­λει να το αγαπάει διπλά. Όμως, κακά τα ψέματα, στην αγάπη δεν οφείλει κανένας τίποτα. Κι όταν στη μέση υπάρχει ένας θάνατος, τότε είναι που τίποτα δεν οφείλεις σε κανέναν. Η μαμά κρατάει στα χέρια της ένα θάνατο. Δε χρωστάει τίποτα σε κανέναν. Ο θάνατος καταργεί τις οφειλές. Την ζηλεύω. Ίσως να ήθελα κι ­εγώ ένα δικό μου θάνατο. Να με ξελογιάζει, να ξεχύνομαι στην αγκαλιά του, να ενδίδω στη σαγήνη του, να ξεχνάω τις επιταγές της μητρικής αγάπης... και να μένω μέρες ατελείωτες ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, κι όταν σηκώνομαι, να κάνω ό,τι τραβάει η ψυχή μου, πράγματα που στα μάτια των άλλων φαντάζουν τρελά κι ακα­τανόητα. Αλλά εγώ κανένα δικό μου θάνατο δεν είχα. Ένας σχεδόν άγνωστος αδερφός είχε φύγει από τη ζωή, κι αυτό ήταν όλο. Ο θάνατος αυτός δε με αφορούσε. Πλήρωνα όμως τις συνέπειές του. Μόνη μου μεγάλωνα στο βουβό σπίτι.

Μη βιαστείς να με συμπονέσεις. Δε χρειάζομαι τον οίκτο. Έχω κάτι που οι άλλοι δεν έχουν: Έχω το «Χάρισμα». Με το «Χάρισμα» βλέπω πίσω από το παραβάν. Ένας άλλος κόσμος απλώνεται εκεί. Πίστεψέ με, λέω την αλήθεια. Μαντεύω αυτό που κάποτε θα γίνει, και θυμάμαι πράγματα που έχουν από καιρό ξεχαστεί. Η μνήμη είναι εξίσου θαυμαστή με την πρόβλεψη του μέλλοντος.



Λίστα όλων των Συγγραφέων