Συγγραφέας του μήνα

Ισίδωρος Ζουργός

Ο Ισίδωρος Ζουργός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε παιδαγωγικά και υπηρετεί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος. Έχει δυο παιδιά και σήμερα εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με διάφορα περιοδικά δημοσιεύοντας ποίηση και πεζογραφία, καθώς και βιβλιογραφικά κριτικά σημειώματα. Έχει επίσης ασχοληθεί με θέματα διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο και ιστορίας της εκπαίδευσης.
Το 1996 συμμετείχε στη συλλογική έκδοση κειμένων για την εκπαίδευση με τον τίτλο «ΑΝΑΠΝΕΟΝΤΑΣ ΚΙΜΩΛΙΑ –γραφές εκπαιδευτικών» από τις εκδόσεις ΣΑΒΑΛΛΑΣ.
Το 2009 συμμετείχε στη συλλογή διηγημάτων «Ζωολογία του πάνω και του κάτω κόσμου» στη σειρά Hotel ένοικοι γραφής από τις εκδόσεις Πατάκη
Έχει γράψει τα παρακάτω βιβλία:
ΦΡΑΟΥΣΤ» μυθιστόρημα από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα»

- Α.Α. Λιβάνη 1995
«ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ» μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Πατάκη, 2000- Νέα έκδοση Νοέμβριος 2007 από τις εκδόσεις Πατάκη.
«Η ΨΙΧΑ ΕΚΕΙΝΟΥ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ» μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Πατάκη 2002.
«ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ» μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Πατάκη 2005.
«Η ΑΗΔΟΝΟΠΙΤΑ» μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Πατάκη 2008.
«ΦΡΑΟΥΣΤ» μυθιστόρημα, νέα έκδοση αναθεωρημένη από τις εκδόσεις Πατάκη 2010
«ΑΝΕΜΩΛΙΑ» μυθιστόρημα, από τις εκδόσεις Πατάκη 2011

Από τα Ανεμώλια σελ. 139-140

Κάποιο μήνα στις αρχές του ’96 πήγαμε με τους εταίρους σε μια διαφορετική κηδεία - τα χώματα σκεπάζουν καμιά φορά και νέα σώματα. θα γράψω γι’ αυτό σε λίγο. Στο μεταξύ την προηγούμενη χρονιά είχαμε θάψει την κυρα- Βαλεντίνη, τη μάνα του Στάθη, την κυρα- Βαλεντίνη την κακοχείμωνη, που μας τάιζε ζεστούς κεφτέδες στο στόμα, όταν δρασκελούσαμε το ισόγειο παράθυρο στην Αγίου Δημητρίου και μπαίναμε στο σπίτι του Στάθη, που το νιώθαμε σπίτι μας. Η Βαλεντίνη, σύζυγος του Βαγγέλη Ιωακειμίδη, ενός μεροκαματιάρη τον οποίο, όπως λέγανε, πολύ αγάπησε, γυναίκα του μεσήλικα Βαγγέλη που μετά τα ξερονήσια αγκυροβόλησε στο ισόγειο διαμέρισμα στη γειτονιά μου, που κατούρησε αίμα νωρίς, αυτόν πολύ τον αγάπησε. Λάτρεψε το δαρμένο σώμα του, του ’φτιαξε ένα ζεστό σπιτικό και δυο παιδιά κι ύστερα τον παράχωσε με τιμή και σεβασμό τέτοιο που είχανε τότε οι φτωχοί. Μετά τον χρόνο έβγαλε τα μαύρα γιατί είχε δυο παιδιά να μεγαλώσει και δεν ήθελε να σκοτεινιάζει το μέσα τους. Ζούσαν με μια σύνταξη κι αγόραζε μόνο για την Κυριακή δυο μπριζόλες, μία για τον Σάββα τον μεγαλύτερο και μία για τον Στάθη. Έπλενε ευκαιριακά σκάλες, με τον πεθαμένο κάθε μέρα στο νου της. Θυμόταν το πελώριο κορμί του, τις ζάρες στον λαιμό, τα λόγια του, τα ψιθυρίσματα στην παλιά κρεβατοκάμαρα με την πλαφονιέρα και τη νυφιάτικη φωτογραφία στο κομοδίνο.
Αναρωτιέμαι πολλές φορές, μετά τον θάνατο ενός ζευγαριού πού πάνε τα τρυφερά τους λόγια, αυτά που ψιθύριζαν μονάχα μεταξύ τους για χρόνια, αυτά που δεν κατέγραψε ποτέ κανείς, ο κώδικάς τους ο ιδιωτικός, ο ερμητικός, τα λόγια που φτιάχτηκαν απ’ τα υγρά του έρωτα καθώς σταγόνες στέγνωναν στο στήθος και στην κοιλιά. Οι λέξεις τους οι μικρές, οι χαϊδευτικές, τα παρατσούκλια του έρωτα που μοιάζουν με γουργουρητά περιστεριών, τα προσωνύμια εκείνα που μπεμπεκίζουν, που ακούγονται στ’ αυτιά των άλλων γελοία αλλά δεν είναι, λέξεις που τυχόν δεν υπάρχουν αλλά είναι παραφθορές άλλων, λόγια που τα φούρνισαν οι δικοί τους στεναγμοί και οι δαγκωματιές τους σε λαιμούς και τρυφερά αυτιά. Πού πάνε όλα αυτά μετά τον θάνατο; Δεν είναι λόγια προσευχής να τα φυλάξουν οι άγγελοι ούτε ποιήματα εμπνευσμένων ανδρών για να σκύψουν πάνω τους ύστερα από χρόνια οι σοφοί. Θρηνώ για τον χαμό τους τον αναπόφευκτο.


Λίστα όλων των Συγγραφέων