Συγγραφέας του μήνα

Μιχάλης Μοδινός

Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός, ο Δρ. Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Έζησε και δούλεψε στην Αφρική, στη Νότια Αμερική και την ελληνική περιφέρεια και ταξίδεψε στις πέντε ηπείρους ως ερευνητής, πανεπιστημιακός και συνεργάτης διεθνών οργανισμών.
Ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας (1984-1997), είναι συγγραφέας πολυάριθμων θεωρητικών έργων γύρω από την αναπτυξιακή διαδικασία και την οικολογική προβληματική με γεωγραφική, περιηγητική και λογοτεχνική ματιά.
Υπήρξε από τα πρώτα ενεργά στελέχη του οικολογικού κινήματος. Υποψήφιος Δήμαρχος Αθηναίων το 1990 και συνεργάτης των περιοδικών ο ΠΟΛΙΤΗΣ, το ΑΝΤΙ και ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ και ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ.
Eίναι πρόεδρος του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών (ΔΙΠΕ) από το 1994, ενώ διετέλεσε πρόεδρος του νεοσύστατου Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΚΠΑΑ) από της ιδρύσεώς του το 2000 έως το 2005.
Δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο. Από το 1994 ως το 1999 διηύθυνε την ελληνική έκδοση της Κατάστασης του Πλανήτη σε συνεργασία με το Ινστιτούτο World Watch, ενώ από το 1998 διοργανώνει το Θερινό Οικολογικό Πανεπιστήμιο σε συνεργασία με τον Ηλία Ευθυμιόπουλο, με αποτέλεσμα δώδεκα συλλογικούς τόμους (Εκδόσεις Στοχαστής, Ελληνικά Γράμματα και Λιβάνης).
Κυριότερα έργα του είναι: «Οικογεωγραφία: Μύθοι της Ανάπτυξης στους Τροπικούς», ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ 1986, 4η Έκδοση 1995, «Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο: Η Γεωγραφία της Υπανάπτυξης» , ΕΞΑΝΤΑΣ 1988, 3η Έκδοση 1995, «Τοπογραφίες: Οικολογική Θεώρηση του Ελληνικού Περιφερειακού Χώρου», ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ 1990, 2η Έκδοση 1994, «Που βαδίζει ο κόσμος;»(επιμ) ΤΡΟΧΑΛΙΑ 1992, 3η Έκδοση 1994, «Το Παιγνίδι της Ανάπτυξης» ΤΡΟΧΑΛΙΑ 1993, 4η Έκδοση 1997, «Η Αρχαιολογία της Ανάπτυξης: Πράσινες Προοπτικές» ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ 1996, «Οικολογία και Επιστήμες του Περιβάλλοντος», ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ 1998 (επιμ.), «Η Φύση της Οικολογίας» ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, 1999,(επιμ.), «Η Βιώσιμη Πόλη». ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, 2000, «Η Οικογεωγραφία της Μεσογείου» , ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ 2001( επιμ.), « Παγκοσμιοποίηση και Περιβάλλον», ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 2002 (επιμ.), «Οι Δρόμοι της Αειφορίας», ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ 2003 (επιμ)., «Η Φύση της Γεωγραφίας», ΕΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ (επιμ.), 2005, «Δάση και Ορεινές περιοχές», ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ (επιμ) 2007.
Από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ κυκλοφόρησε στα τέλη του 2005 το μυθιστόρημά του Χρυσή Ακτή, το 2007 Ο Μεγάλος Αμπάϊ, το 2009 η Επιστροφή και το 2011 Η Σχεδία

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού, Η Επιστροφή, που έρχεται να ολοκληρώσει την τριλογία του της «φυγής» (τα άλλα δύo είναι η ΧΡΥΣΗ ΑΚΤΗ και Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΜΠΑΪ, εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ).

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ




Η αλήθεια είναι πως όταν τον είδαμε να φθάνει στο χωριό έχοντας κάνει τα εβδομήντα πέντε χιλιόμετρα απ’ το Βόλο σε δυο ώρες, οδηγώντας απρόσεκτα καθώς την ματιά του τραβούσε άλλοτε η στιλπνή επιφάνεια της θάλασσας κι άλλοτε οι τραχιές βαθυπράσινες βουνοπλαγιές, σταματώντας στην Κάτω Γατζέα για ν’ αγοράσει ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα παγωμένο αναψυκτικό που ρούφηξε λαίμαργα επιτόπου, κι έπειτα, όταν πάρκαρε με δυσκολία στις στροφές πάνω απ΄ την Άφυσσο για ένα παρατεταμένο κατούρημα, χαζεύοντας αφηρημένα ένα σμήνος επιθετικών γλάρων που έκρωζαν αναίτια, κι αργότερα, έχοντας πια αφήσει πίσω του την διασταύρωση για τις Μηλιές και τη Βυζίτσα μ’ ένα πρόσκαιρο δισταγμό κι έχοντας αποθαυμάσει τους Αφέτες κάτω στην ρεματιά κι αφού οίκτιρε το παράταιρο τεχνητό πευκοδάσος με τις κάμπιες που όλοι μισούσαμε και ανυπομονούσαμε πότε θα καεί για να ξαναβγούν οι αγριελιές κι οι σχοίνοι, κι έχοντας πια στρίψει νότια κι ενώ ο γερμένος ήλιος πυρπολούσε την δεξιά πορεία του κι εκείνος αποθαύμαζε τα μοναχικά μετόχια, τις σεμνές λιθοδομές, τα ξεχασμένα μονοπάτια, τρίψαμε έκπληκτοι τα μάτια μας, γιατί για μια στιγμή μάς φάνηκε πως ήταν το φάντασμα του θείου του που επέστρεφε –τόσο του έμοιαζε τώρα στα εβδομήντα του- για να μας ξεπληρώσει με το νόμισμα που άξιζε στον καθένα. Ήταν μελαψός κι ακόμα ευθυτενής, παρά το ελαφρύ κύρτωμα της ράχης που τονιζόταν από την ένταση της οδήγησης καθώς έγερνε το σώμα του ελαφρά προς τα μπρος για να διακρίνει καλύτερα τις λακκούβες στο οδόστρωμα, ενώ τα μαλλιά του ήταν λευκά κι ακόμη πυκνά, έχοντας τη γυαλάδα του σμάλτου, ενώ τα μάτια του πρόδιδαν την τεταμένη στοχοπροσήλωση του γερακιού και η μύτη του είχε την απαλή εκείνη γαμψότητα που ξέραμε απ’ τον Γέρο. Παρά το ότι ήταν καθιστός, καταλάβαινες αμέσως πως επρόκειτο για έναν άντρα ψηλό και λιπόσαρκο, σαν κι εκείνο τον άλλο.
Αφού παρέκαμψε την Αργαλαστή ρίχνοντας μιαν αδιάφορη ματιά στον υποσταθμό της ΔΕΗ και στο Κέντρο Υγείας, έδειξε ξαφνικά να χαλαρώνει σαν να ‘χε πια διαφύγει από κάποιους φανταστικούς διώκτες. Ανάβοντας ένα τσιγάρο έγειρε προς τα πίσω, οδηγώντας αναπαυτικά με το ένα χέρι. Τώρα τα χαρακτηριστικά του είχαν γίνει περισσότερο απαλά κι ανθρώπινα, η όψη του σαν να ‘χε στρογγυλέψει, κι άρχισε να σιγοσφυρίζει κάτι, ενώ εκείνο το καφετί σκυλί, εναρμονισμένο με τις αντιδράσεις του κυρίου του, τέντωσε το λαιμό του απ΄ το πίσω κάθισμα και του έδωσε μια γλειψιά στο λαιμό. Ήσυχα Μάγκα, ήσυχα, είπε ο κύριός του. Τότε χαλαρώσαμε κι εμείς, έχοντας ήδη ανιχνεύσει τις διαφορές του από τον Γέρο – περισσότερες αντινωτές ρυτίδες γύρω απ’ το στόμα, καφετιά μάτια που έμοιαζαν μαύρα καθώς σκιάζονταν απ’ τις παχιές βλεφαρίδες, αυστηρότητα και εγκαρτέρηση δίπλα στην αυτονόητη περηφάνια της γενιάς του, καθώς το οβάλ του πρόσωπο είχε περισσότερο λείες και στρογγυλεμένες γωνίες και στο μέτωπό του διακρίνονταν δύο παράλληλες βαθιές ρυτίδες ελαφρά καμπυλωμένες στις άκρες που του προσέδιδαν βάθος αλλά και σκεπτικισμό. Κι ήταν αυτές οι αποκλίσεις απ’ τον πρόγονό του που εύκολα μας παρέπεμψαν σ’ εκείνο το άλλο, τον ανιψιό, που τον πρωτοείδαμε παιδί στα τελευταία χρόνια της Κατοχής και τον ξαναβλέπαμε έκτοτε τα καλοκαίρια και τον παρακολουθούσαμε, μεγαλώνοντας, να μοιάζει όλο και περισσότερο στον Γέρο καθώς πατέρας δεν υπήρχε πια και ο μικρός αναζητούσε ένα αντρικό πρότυπο. Κάποτε τους χάσαμε καθώς το αρχικό σπίτι είχε πρακτικά εγκαταλειφθεί, μέχρι που άρχισε από τον Γέρο η μεγάλη ανακαίνιση – θα ‘ταν το τελευταίο εκείνο καλοκαίρι της Χούντας. Από τότε βλέπαμε τον ανιψιό να μας επισκέπτεται σχετικά συχνά κι απ΄ το είδος της σχέσης του με το ζευγάρι που γερνούσε πια καταλάβαμε πως, αν ποτέ υπήρχε ένας πραγματικός κληρονόμος για τις Καστανιές, θα ήταν αυτός.
Αλλά τον ξαναχάσαμε. Για μια ολόκληρη δεκαετία μετά τον θάνατο του Γέρου, δεν βλέπαμε παρά την τρίτη – και τελευταία - σύζυγό του που επισκεπτόταν το σπίτι για σύντομα διήμερα, εμφανώς γερασμένη πια, πότε με τον γιο τους πότε με την εγγονή, μέχρι που έπαψαν κι αυτές οι επισκέψεις και μάθαμε πως είχε κι εκείνη ξεκινήσει για το μεγάλο ταξίδι. Κάτι κακό ακούσθηκε και για τον γιο που ζούσε στην Γερμανία ή ίσως την Ελβετία. Κανείς δεν φάνηκε για χρόνια. Όμως το σπίτι το φροντίζαμε, γιατί ο μακαρίτης είχε αφήσει εκείνο το κληροδότημα που διαχειριζόταν η κοινότητα και γιατί, μ’ όλες τις φήμες και τα κουτσομπολιά, είχε γίνει κάτι σαν σύμβολο για το χωριό. Αρχοντικό και μεγαλεπήβολο μας θύμιζε μια εποχή όπου όλα φαίνονταν δυνατά. Κυριαρχούσε οπτικά στο τοπίο όταν ανηφόριζες από την ακτή και σ’ αιφνιδίαζε όταν έβγαινες απ΄ το χωριό με κατεύθυνση προς τα νότια. Ήταν βαρύ, μεγάλο, περήφανο και ταυτόχρονα λιτό και αξιοπρεπές. Η λευκή του πέτρα είχε με το χρόνο αποκτήσει τη διαφάνεια της περγαμηνής, έτσι που τη νύχτα τα τοιχώματα έμοιαζαν ν’ αποκτούν τον δικό τους εσωτερικό φωτισμό. Ένας από μας παρατήρησε κάποτε ότι η ζωή του σπιτιού -ζημιές, ανακαινίσεις, κατεδαφίσεις– συνόψιζε την ιστορία του τόπου με όλες τις κυκλοθυμικές της εξάρσεις και καταστροφές και άλματα και άτακτες υποχωρήσεις κι ότι γι αυτό και μόνο το λόγο δεν μπορούσες να το αγνοήσεις. Αλλά υπήρχε κι άλλος λόγος, σπουδαιότερος ίσως. Το σπίτι είχε νικήσει την ακινησία του χωριού. Υπερέβη την ανία, προσφέροντας τη δυνατότητα για ατέλειωτες συζητήσεις και διαφωνίες. Αυτοί οι άνθρωποι της πόλης ή πολίτες του κόσμου, όπως κάποιος από μας τους είχε κάποτε αποκαλέσει, ερέθιζαν την φαντασία μας με τους έρωτες, τα χρήματα, τα διαζύγια και τις έριδές τους. Πραγματικά και φανταστικά γεγονότα έρχονταν να τροφοδοτήσουν τις συζητήσεις μας τα βράδια γύρω από τη σόμπα του καφενείου.
Εδώ που τα λέμε, ο ίδιος ο Γέρος δικαιούνταν μια θέση στο πάνθεον των ηρώων μας. Η ζωή του πρέπει να ήταν τόσο περίπλοκη και συναρπαστική – τουλάχιστον με τα δικά μας μέτρα - που χρειαζόταν ενδελεχής έρευνα για να γεμίσουν τα κενά. Μόνο σε πολύ αδρές γραμμές γνωρίζαμε ότι είχε γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια από πλούσιους βαμβακέμπορους με πηλιορείτικη καταγωγή, ότι ο πατέρας του είχε καταστραφεί οικονομικά μετά το μεγάλο κραχ του ’29, ότι ο ίδιος έζησε με αξιοπρέπεια την ανεπάντεχη φτώχεια περνώντας την εφηβεία του σ’ ένα οικοτροφείο Ιησουϊτών, ότι στο κολέγιο υπήρξε συμμαθητής του Σεΐχη Γιαμανί και των μετέπειτα βασιλιάδων Χουσεϊν της Ιορδανίας και Φαϊζάλ του Ιράκ, ότι πολέμησε ως εθελοντής στο Ελ Αλαμέιν και το Τομπρούκ, ότι πήρε μέρος το ’44 στην ιταλική εκστρατεία και ότι, μετά το τέλος του πολέμου, κατέφυγε στην τότε Ροδεσία και στη συνέχεια στη Νότια Αφρική. Ο ίδιος μάς είχε αφηγηθεί περήφανα – σε μια απ’ τις σπάνιες στιγμές που έδειχνε εξομολογητική διάθεση – πώς βρέθηκε άφραγκος στην Αμερική όπου, για ένα διάστημα τουλάχιστον, τα έφερνε βόλτα στοιχηματίζοντας σε μπαρ και σαλούν με μεθυσμένους Γιάνκηδες για τα ονόματα των πενήντα μία Πολιτειών της μεγάλης τους χώρας και τους έπαιρνε τα δεκαδόλλαρα κι εκείνοι έφευγαν βλαστημώντας και φτύνοντας στο πάτωμα. Μιλώντας με εκπληκτική επάρκεια έξη γλώσσες – μεταξύ τους αραβικά, ουρντού και περσικά - θα εύρισκε εύκολα το δρόμο του. Παρά την χρεοκοπία της οικογένειάς του, ο αλλοτινός κοσμοπολιτισμός της Αλεξάνδρειας τού είχε προσδώσει έναν αέρα και μια γοητεία που θα εξαργύρωνε γρήγορα. Αξιοποίησε τη μεταπολεμική αναπτυξιακή αισιοδοξία, το μπουμ των πετροδολλαρίων και τα λόγια αραβικά του για να γίνει σύμβουλος σειράς σεΐχηδων στον Περσικό Κόλπο. Προσλήφθηκε από μεγάλες κατασκευαστικές εταιρίες που επιζητούσαν το μεγάλο συμβόλαιο κάπου στην Αραβική Χερσόνησο. Έγινε σύμβουλος αμερικανικών και πολυεθνικών επενδυτικών κολοσσών που εξήγαν τεχνογνωσία στην Αιθιοπία και το Σουδάν εκεί στις πρώτες αναπτυξιακές δεκαετίες. Βρέθηκε –πριν ή μετά δεν ξέρουμε- στη Γερμανία, όπου διετέλεσε προσωπικός σύμβουλος και επίσημος διερμηνέας του Ωνάση, ώσπου παντρεύτηκε μια απόγονο της οικογενείας Κρουπ. Ο γάμος διήρκεσε ακριβώς επτάμισι χρόνια και του απέφερε φήμη, εμπειρίες και δυο κόρες, αλλά διώχθηκε κακήν κακώς απ’ το οικογενειακό σπίτι έξω απ’ το Μόναχο όταν συνελήφθη έπ’ αυτοφώρω στη συζυγική κλίνη με την παιδική φίλη της γυναίκας του. Κατέφυγε στο Μπαχρέιν ως συνεργάτης του Σεΐχη Αντλάν και αργότερα για λίγο στη Βεγγάζη ως επενδυτικός σύμβουλος του Καντάφι. Διηύθυνε τα καζίνα της Ρόδου και της Κέρκυρας. Είχε επιστρέψει θριαμβευτής στην Αλεξάνδρεια κατά την μετά Νάσερ εποχή και μέσω διασυνδέσεων με το Πατριαρχείο και της προσωπικής φιλίας του με τον Πρόεδρο Μουμπάρακ –είχαν, λέει, υπάρξει συμφοιτητές για μια σύντομη περίοδο στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου– ξαναγόρασε έναντι εξευτελιστικού ποσού το εγκαταλειμμένο πατρικό σπίτι για να το επισκευάσει και μεταπουλήσει σ’ έναν αιγύπτιο μεγιστάνα, μακρινό ξάδελφο του μετέπειτα νομπελίστα συγγραφέα Ναγκίμπ Μαχφούζ. Επέστρεψε προσωρινά στην Ελλάδα λίγο μετά την εγκαθίδρυση των συνταγματαρχών στην εξουσία, παντρεύτηκε κάποια Κατερίνα Κομνηνού και ανέκτησε μεγάλο μέρος της πατρικής περιουσίας στο Πήλιο, για να ξαναεγκατασταθεί στην Αραβική Χερσόνησο, στο Ομάν τη φορά αυτή, με την νέα του (όχι όμως και νεαρή) σύζυγο. Έτσι πρωτακούσαμε για τον Γέρο κι εμείς οι νεότεροι, αν και πολλά δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής είχαν προηγηθεί της έλευσής του εδώ. Αυτά τουλάχιστον έλεγαν οι φήμες και ο καθείς διαλέγει και παίρνει, αν και τα θραύσματα της ζωής του τα είχαμε ελέγξει επισταμένως, διασταυρώνοντας επιμελώς τα σκόρπια στοιχεία με αξιόπιστες πηγές.
Αυτά μέχρι το ’73, όταν, λίγο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τον ξαναείδαμε στο χωριό. Ήταν πια κοντά στα εξήντα αλλά η γοητεία του παρέμενε ανέπαφη. Ο ίδιος το γνώριζε, όπως γνώριζε ότι δεν επρόκειτο τόσο για την φυσική του γοητεία όσο για το βερνίκι μιας ζωής περιπετειώδους και ταυτόχρονα πλούσιας σ’ ανταμοιβές, μιας ζωής ισορροπημένης ανάμεσα σε πνευματικές και σαρκικές απολαύσεις - όπως ο ίδιος το έθετε. Ήταν περήφανος, ήταν απόλυτος και ήταν ξεκάθαρος. Ήταν ευγενικός και απόμακρος και αρκετά σνομπ ώστε να εκτιμά ό,τι απέμενε απ’ τα προϊόντα και τις παραδόσεις του χωριού, τόσο ώστε να μπορεί και να τα απορρίπτει, όποτε εκείνος έκρινε. Μισούσε την οπισθοδρομικότητα, με την έννοια ότι πίστευε πως ορισμένα πράγματα είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί, αλλά ως εκεί. Γιατί, δεν εντυπωσιαζόταν διόλου από τα καινούργια μαραφέτια που πλημμύριζαν την αγορά κατά κύματα –τα ονόμαζε τεχνολογικά σκουπίδια- που εμάς τους ιθαγενείς μάς θάμπωναν και μας έκαναν να νοιώθουμε μικροί, φτωχοί και αποκλεισμένοι. Ούτε θεωρούσε αναγκαστικά υποδεέστερη τη ζωή στο χωριό. Όπως μας εξηγούσε τις σπάνιες φορές που καθόταν μαζί μας κάτω απ’ τα πλατάνια, στην πλακοστρωμένη πλατεία –πάντα στο καφενείο του Μαγγιώρη που δεν το ΄παιζε παραδοσιακός αλλά ούτε και ψευτομοντέρνος–, η ζωή στην Αθήνα είχε γίνει αφόρητη, οι μεγαλουπόλεις είχαν φτάσει στα όριά τους και πολλοί Ευρωπαίοι επανέρχονταν στην ζωή της υπαίθρου. Πίστευε ότι οι σύγχρονες μεταφορές σού επιτρέπουν να ζεις κοντά στη φύση χωρίς να στερείσαι τα όσα συναρπαστικά συμβαίνουν στις πόλεις. Μπορείς να μετέχεις στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης παραμένοντας ακίνητος, έλεγε. Θεωρούσε ότι η ίδια η Αθήνα δεν ήταν παρά έκφραση του κακού γούστου –της εξαφάνισης της αισθητικής, ήταν τα λόγια του– μιας ολόκληρης κοινωνίας και διατύπωνε τους φόβους του μήπως το αθηναϊκό πρότυπο εξαπλωθεί σαν γάγγραινα στις μεσαίες επαρχιακές πόλεις και στις τουριστικές περιοχές. Ώρες ώρες η φωνή του υψωνόταν και αντέκρουε τις ενστάσεις μας, ισχυριζόμενος με πάθος ότι δεν ήταν οικονομικοί οι λόγοι που μάς έκαναν επί δυο γενιές τώρα να εγκαταλείπουμε τα χωριά μας. Επεκαλείτο τους φυσικούς πόρους της περιοχής, την ομορφιά της και την ίδια την ιστορία της –κάποτε ήσασταν προνομιούχοι, μας έλεγε, κοιτάξτε γύρω σας τι έκτισαν οι πρόγονοί σας– και η βαθιά φωνή του έπαιρνε μια καταγγελτική χροιά. Λέτε ψέματα στους εαυτούς σας, έλεγε. Προτιμάτε να βρεθείτε σ’ ένα ημιυπόγειο στην Αχαρνών αφήνοντας πίσω σας αυτή την πλατεία, τα λιθόκτιστα σπίτια σας, τα οπωροφόρα και τα κοπάδια σας, το ψάρεμα και το κυνήγι και, γιατί όχι, τις τουριστικές σας δραστηριότητες. Προτιμάτε τον εξευτελισμό των πολιτικών γραφείων μήπως και βρεθείτε υπενωμοτάρχες στην Κάνιγγος ή κλητήρες στο Υπουργείο Πολιτισμού. Γκρινιάζετε για το κράτος που σας εγκατέλειψε και ξεχνάτε πόσα μπορείτε να κάνετε με τα ίδια σας τα χέρια. Γίνατε μοιρολάτρες, γίνατε επιλήσμονες.
Παθιαζόταν αν και άκουγε με προσοχή τις επιφυλάξεις και τα επιχειρήματά μας. Έμοιαζε, τέτοιες ώρες, να τον συνεπαίρνει ο ίδιος ο ήχος της φωνής του. Αν το πρότυπό σας είναι ο αστικός τρόπος ζωής, υλοποιείστε το επί τόπου, έλεγε συχνά. Δεν καταλαβαίναμε καλά τι εννοούσε και καχύποπτοι τον ακούγαμε να αγορεύει με κοφτές, απόλυτες φράσεις. Νοιώθαμε σαν δαρμένα σκυλιά ώρες ώρες, κυρίως όταν σάρκαζε στο άκουσμα λέξεων όπως πρόοδος και ανάπτυξη, έννοιες που συχνά επικαλούνταν πρόεδροι της κοινότητας και κομματάρχες - χωρίς όμως να εξηγεί και το γιατί. Προοδεύστε λοιπόν, μας έλεγε, αναπτυχθείτε. Ξεριζώστε δένδρα, αφήστε τα φιρίκια και τα καρύδια να σαπίζουν στα δένδρα, ρίξτε άφθονο μπετόν, αντικαταστήστε τα ξύλινα πατζούρια με κουφώματα αλουμινίου. Φτιάξτε δρόμους προς όλες τις μοναχικές παραλίες. Γιατί όχι; Ξεπουλήστε τις ελιές σας και στείλτε τα παιδιά σας σε βοϊδοσχολές για να καταλήξουν δυστυχείς άνεργοι. Ξεριζώστε τις στέγες και ρίξτε τσιμεντόπλακες με αναμονές. Αναπτυχθείτε. Έπειτα μαλάκωνε και μας άκουγε και, λίγο πατερναλιστικά, μάς επέτρεπε να διαβάσουμε τις προθέσεις του μέσα στον σκληρό πυρήνα του κρανίου του. Αλλά κι αν δεν το κάναμε, δεν μπορούσαμε παρά να του αναγνωρίσουμε την προσοχή και την επιμέλεια με την οποία ανακαίνιζε το σπίτι, την επίμονη αναζήτηση ντόπιων υλικών και τεχνιτών, τον τρόπο που συστηματικά, αν και άθελά του, μας υποδείκνυε πώς να παντρέψουμε την απεχθή σε πολλούς από μας παράδοση με τις σύγχρονες ανέσεις. Ασχολήθηκε παθιασμένα με την ανακατασκευή των Καστανιών σαν να επρόκειτο για υπόθεση ζωής, για ένα στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του ν’ αποδείξει πως ήταν ακόμη δυνατόν να επανεποικισθεί το παρελθόν – αυτά τουλάχιστον ήταν τα δικά του λόγια σε μια συζήτηση με τον ανιψιό του όπου έτυχε να παρευρίσκεται η Ασημίνα.
Με τον καιρό πολλοί τον μιμήθηκαν αν και –το γνωρίζουμε πλέον καλά– συχνά οι απομιμήσεις δεν είναι παρά κακέκτυπα των επιθυμιών μας. Είχαμε ξεχάσει να πελεκάμε την πέτρα, να εξορύσσουμε τον σχιστόλιθο, να φτιάχνουμε σιδεριές, να καλλιεργούμε ντόπιες ποικιλίες. Είχαμε παρακάμψει τις παραδοσιακές συνταγές και τις παλιές διασκεδάσεις. Ακόμα κι έτσι όμως κάτι περισώθηκε. Παρά την σταδιακή φυγή των παιδιών μας, παρά τις μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο και τη γενίκευση της εκπαίδευσης, έφτασαν οι επενδυτές και τα κοινοτικά πακέτα, ξεφύτρωσαν παραδοσιακοί ξενώνες και σοφιστικέ μπαρ που σερβίρουν καϊπιρίνια και μοχίτο, αναγνωρίσθηκε η εθνική αντίσταση και γίναμε όλοι συνταξιούχοι ήρωες, δημοσιεύθηκαν προεδρικά διατάγματα που προστάτευαν τους οικισμούς μας και εντέλει, μετά την «Αλλαγή» έφτασαν οι Βολιώτες, οι Θεσσαλονικιοί και κυρίως οι Αθηναίοι, για να κατασκευάσουν ογκώδεις, ενίοτε καλόγουστες βίλες και ν’ αναστηλώσουν πύργους κι αρχοντικά. Το χειμώνα γινόμασταν ένα τεράστιο ΚΑΠΗ και το καλοκαίρι ένα αχανές τουριστικό πρακτορείο. Το χρήμα έρεε άκοπα, σε σημείο που για πρώτη φορά στην ιστορία αποκτήσαμε δουλοπάροικους – τα κύματα των μεταναστών που κατέφθαναν για να καλλιεργήσουν τα χωράφια μας και να δουλέψουν στις οικοδομές. Αλβανοί και Πολωνοί, Ρουμάνες και Μολδαβές μπόλιασαν με νέο αίμα την περιοχή. Τους καλοδεχθήκαμε καθώς μας έδωσαν την πρώτη ύλη της δικής τους ιστορίας. Αλλά, έστω και για τους λάθος λόγους, η περηφάνια μας είχε αναστηλωθεί, παράλληλα με τα μουχλιασμένα πέτρινα ντουβάρια των σπιτιών μας.
Επί ένα τέταρτο του αιώνα και μέχρι τον θάνατό του, ο Γέρος πηγαινοερχόταν, συνοδευόμενος πάντα από την τελευταία του σύζυγο, τη Μίνα. Το σπίτι αναβίωνε για έξη μήνες – από τον Μάιο ως αργά τον Οκτώβριο. Ζούσαν μοναχικά, έμοιαζαν ερωτευμένοι. Οι Καστανιές ζωντάνευαν κάθε τόσο με επιλεγμένους φιλοξενούμενους – συνήθως ξένους. Για ένα διάστημα κατέφθαναν κάθε καλοκαίρι τα παιδιά του Γέρου με τις οικογένειές τους απ’ τη Γερμανία, μετά έπαψε κι αυτό. Τα πρώτα χρόνια τον επισκεπτόταν συχνά ο Νομάρχης, ένας – δύο βουλευτές του Νομού με τις γυναίκες τους, ο Πρόεδρος του ΤΕΕ / Παράρτημα Μαγνησίας … τέτοιοι. Ο Γέρος τούς ξεναγούσε περήφανος στο κτήμα, με το δειλινό. Τούς έδειχνε την γούρνα όπου παλιά ποτίζονταν τα ζώα και κάποια στιγμή είχε μετατραπεί σε οιονεί πισίνα, τροφοδοτούμενη απ’ το νερό μιας πηγής ψηλά στο λόφο του Αι Μηνά. Τους έδειχνε περήφανος το μποστάνι όπου είχε εγκαταστήσει αυτό που ο ίδιος ονόμαζε Μουσείο Μεσογειακής Βιοποικιλότητας με ποικιλίες μελιτζάνας απ’ τα βουνά του Άτλαντα, ντοματιές απ’ την Προβηγκία και πεπόνια απ’ το Δέλτα του Νείλου. Περπατούσαν στον κήπο με τα οπωροφόρα και στο άλλο κομμάτι του κτήματος όπου θέριευε η άγρια βλάστηση. Κατά πάγια τακτική, εκεί τους πρόφταινε ο κηπουρός, ο κυρ- Βασίλης, συγχωριανός μας και χήρος, και τους πρόσφερε σ’ ένα δίσκο ρουμάνικη ρακή από μύρτιλα σε μικρά ποτηράκια με μια σκληρή πράσινη ελιά μέσα – το αγαπημένο στρέιτ ποτό του Γέρου. Μετά ανηφόριζαν προς το σπίτι, ενώ ο ήλιος έλουζε τις τελευταίες στιγμές της μέρας με χρυσοκόκκινα και μαβιά χρώματα και οι φιγούρες τους έμοιαζαν για μια στιγμή ακινητοποιημένες στο χρόνο.
Για τις βραδιές αυτές δεν διαθέταμε παρά σκόρπιες και αντιφατικές πληροφορίες, καθώς η Ασημίνα ήταν πάντοτε διακριτική, ενώ όσοι από μας διάβαιναν το κατώφλι του σπιτιού για διαφορετικούς λόγους, κατά περίεργο τρόπο έβλεπαν διαφορετικά πράγματα. Έτσι, απορρίψαμε τον μεγάλο όγκο των πληροφοριών ως αναξιόπιστες – κυρίως όταν συνοδεύονταν από αντιφατικά και όχι πάντοτε καλόγνωμα σχόλια. Το μόνο βέβαιο: το δείπνο ήταν κατά κανόνα λιτό, βασισμένο σε προϊόντα του κήπου και του χωριού. Οι συνδαιτημόνες έπιναν πολύ ενώ οι οικοδεσπότες φρόντιζαν να συντηρούν την συζήτηση χωρίς να καταφεύγουν αναγκαστικά σε κουτσομπολιά και κακόβουλα σχόλια. Υπήρχαν βραδιές με ζωντανή κλασσική μουσική – ένα κουαρτέτο εγχόρδων ή κάποιος πιανίστας φερμένος κανείς δεν ήξερε από πού. Και σπανιότερα, κυρίως όταν στο σπίτι φιλοξενούνταν τα παιδιά, γινόντουσαν και χορευτικά πάρτυ, στα οποία αναμειγνύονταν όλες οι ηλικίες.
Κατά τα άλλα ο Γέρος και οι καλεσμένοι του περνούσαν πολλές ώρες διαβάζοντας, έκαναν μακρείς περιπάτους με το δειλινό ή κατέβαιναν στη Μηλίνα, αλλά και σε μακρινότερες παραλίες για μπάνιο – σπανιότερα για ψάρεμα με το καΐκι που είχε μετασκευάσει ο Γέρος στα πρώτα του χρόνια εδώ. Συχνά έτρωγαν για βράδυ στην πλατεία κάποιου άλλου χωριού –Ξορίχτι, Μούρεσι, ακόμη και Ανήλιο– σαν να μην ήθελαν να εκτεθούν ιδιαίτερα στα μάτια των συγχωριανών ή σαν να μην τους επιτρεπόταν ν’ αποκαλύψουν όσα τους διαφοροποιούσαν απ’ τους άλλους αθηναίους παραθεριστές και τους ξένους τουρίστες που σιγά σιγά πλημμύριζαν το Πήλιο, αν και μόνο για ένα δίμηνο.
Στη δεκαετία του ’90, ο Γέρος γινόταν όλο και πιο μοναχικός. Τον βλέπαμε από μακριά, όλο και σπανιότερα, να κλαδεύει τις τριανταφυλλιές του και μια συστάδα από ευωδιαστές ποώδεις λεπτόκλωνες βερβένες –φυτό που αγαπούσε ιδιαίτερα για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες- ή να ατενίζει την κατωφέρεια ως κάτω στον περίκλειστο κόλπο που το περίγραμμά του αιωρείτο πάνω απ’ την αχλύ, σαν να ‘θελε ν’ αδράξει μιαν αλήθεια που του είχε διαφύγει ως τώρα, αλλά που το γνώριζε πως ήταν παρούσα. Και ξέραμε πως είχε πια με τον τρόπο του ενσωματωθεί στο χωριό, πως ήταν ένα κινητό μέρος του τοπίου, σαν τα διαβατάρικα πουλιά και τα κίτρινα φύλλα που στροβιλίζονται το φθινόπωρο και τα κοπάδια που κινούνται διστακτικά μες στους ελαιώνες και τους υδρατμούς που αναδύονται αργά απ’ την αναβράζουσα υδάτινη επιφάνεια και τα μικρά ιστιοφόρα που σχίζουν τον κόλπο - γιατί όλα αυτά επιστρέφουν με μια κανονικότητα που σου επιτρέπει να ελπίζεις πως ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει. Τον βλέπαμε σπάνια πια στην πλατεία, καθώς η κυρία Μίνα παράγγελνε τα απαραίτητα τρόφιμα και εφόδια απ’ το τηλέφωνο. Στο μικρό παράσπιτο, στην βόρεια κατωφέρεια του κτήματος, έμενε περιστασιακά κάποιο νεαρό ζευγάρι – άγγλοι, ιρλανδοί ή ολλανδοί– που τους έβρισκε με αγγελίες στον ξένο τύπο και χρησίμευαν για φύλακες ή κηπουροί, καθώς τα δικά μας παιδιά δεν θα δέχονταν πια να ξεπέσουν σε τέτοιες δουλειές. Καθώς η Ασημίνα βάραινε με τα χρόνια και ο Βασίλης μάς είχε αφήσει μέρες ήδη απ’ τα τέλη του ’89, υπήρχε ανάγκη από νέο αίμα. Συχνά τη Μίνα βοηθούσε στην καθαριότητα και το νοικοκυριό η Άλμα - μια μορφωμένη Βουλγάρα που είχε εγκατασταθεί στην περιοχή και παντρευτεί έναν χήρο απ’ τη Λαμπινού με πολλά κτήματα, τον Μανόλη.
Σιγά σιγά λοιπόν τους συνηθίσαμε, μέχρι τον θάνατό τους τουλάχιστον, όταν συνειδητοποιήσαμε ότι η εγκατάστασή τους εδώ είχε σφραγίσει αμετάκλητα τα πράγματα, αν και μ’ ένα τρόπο που δεν μας ήταν ιδιαίτερα σαφής. Τον κλάψαμε τον Γέρο αφού, τηλεφωνώντας τακτικά στη Μίνα, είτε στο σπίτι τους πίσω απ’ το Χίλτον, είτε στον Ευαγγελισμό, παρακολουθήσαμε την επώδυνη πορεία της κύρωσης του ήπατος που τελικά τον σκότωσε με όλες τις ανατριχιαστικές της λεπτομέρειες. Γιατί ξέραμε ότι είχε επιστρέψει πίσω στα πατρογονικά εδάφη την στιγμή που ήμασταν όλοι έτοιμοι να τα εγκαταλείψουμε και γιατί μάς είχε κάνει ν’ απορήσουμε, πώς ένας άνθρωπος που είχε διανύσει τον δικό του αντιφατικό και περίπλοκο δρόμο μπορούσε να βρει εδώ κοντά μας μια μορφή ζωής που τον ικανοποιούσε. Κι ακόμη επειδή είχε δημιουργήσει ένα μικρό βασίλειο εκεί όπου εμείς δεν βλέπαμε παρά απαξίωση και υπανάπτυξη. Γιατί, μ’ όλη του την άκαμπτη αυστηρότητα, μπορούσε να μας ακούει χωρίς να μας χαϊδεύει τ’ αυτιά, να μας καταλαβαίνει χωρίς να είναι διατεθειμένος να προσυπογράψει τα αιτήματα του συρμού. Εξ αιτίας του το χωριό είχε γίνει στα μάτια μας κάτι πολύ παραπάνω από μια κουκίδα στο διαφημιστικό χάρτη του Γραφείου Τουρισμού Μαγνησίας, κάτι αλλιώτικο από ενοικιαζόμενα δωμάτια και ψησταριές, κάτι για το οποίο μπορούσαμε ξανά να νοιώθουμε περήφανοι γιατί είχε ιστορία και πράγματα ν’ αφηγηθείς: ένα σύνολο που υπερέβαινε το άθροισμα απ’ τα συστατικά του μέρη, όπως θα ‘λεγε και ο ίδιος.
Έτσι, όταν διακρίναμε εκείνο τον άλλο, τον ανιψιό του, να πλησιάζει σφιγμένος πάνω στο τιμόνι του παλιού Volvo, μ’ όλη την κούραση του ταξιδιού και τα κύματα των αναμνήσεων να τον ραπίζουν και με την ένταση του βλέμματος που είχε κληρονομήσει απ’ τον θειό του κι εκείνη την σκαμμένη, σκούρα επιδερμίδα που έδειχνε ασύμβατη με την ευγένεια της ράτσας του, πιστέψαμε για μια στιγμή ότι ήταν το φάντασμα του ίδιου του Γέρου που επέστρεφε. Όταν όμως πλησίασε και κατευθύνθηκε με σιγουριά προς την έξοδο του χωριού και φρέναρε στη στροφή αφήνοντας το αυτοκίνητο να τσουλήσει με νεκρή ταχύτητα ως την ανοικτή αυλόπορτα και επέτρεψε για μια στιγμή στο βλέμμα του ν’ αγκαλιάσει όλο τον κόλπο πάνω απ’ τις απαστράπτουσες σχιστόπλακες που έμοιαζαν καρβουνιασμένες κι έπιασε με την άκρη του ματιού του τα παχουλά, στείρα σύννεφα που στοιβάζονταν στα βόρεια, πάνω απ’ τα Χάνια κι αγκυρώνονταν στη ράχη του βουνού κι όταν έφερε το χέρι του στο δεξί του αυτί για να παίξει λίγο με τον λοβό κι έπειτα το έσυρε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ανακατεύοντας με μια παιδική κίνηση τα μαλλιά του –ικανοποιημένος, ίσως κι ανακουφισμένος μ’ αυτά που έβλεπε-, βεβαιωθήκαμε πια πως επρόκειτο για εκείνο τον άλλο, τον ανιψιό, που η μνήμη του αίματος τον έκανε ολόιδιο με τον Γέρο όσο ο χρόνος τού πρόσθετε τα ασήκωτα βάρη του. Ήταν ένας άντρας μόνος, συνταξιούχος, χωρίς οικογένεια και μας φάνηκε πως τον βάραινε και κάτι άλλο που δεν ήταν προς το παρόν αναγνωρίσιμο. Όμως είχε ένα αίσθημα προορισμού -το έβλεπες με την πρώτη ματιά– και ίσως γι αυτό ν΄ άντεχε ακόμη.
Ο Απόστολος Ζήρας πάρκαρε στο πλάτωμα πάνω απ’ το σπίτι, δίπλα στο κόκκινο αγροτικό Toyota των μαστόρων. Το χειρόφρενο του παμπάλαιου Volvo ήχησε σαν μυδράλιο στην εσπερινή ησυχία. Έδειχνε ικανοποιημένος που κάποιοι τον περίμεναν. Ένοιωσε την ευφροσύνη της επιστροφής και μια γλυκύτητα βάθυνε τις ρυτίδες του μετώπου του, απελευθερώνοντας λίγο φως απ’ τα σκιασμένα του μάτια. Όλα καλά, Μάγκα, είπε, όλα καλά. Να δούμε τώρα αν η Ασημίνα θα μας αναγνωρίσει.
Έγνεψε στους μαστόρους και άνοιξε το πορτ μπαγκάζ, ενώ εμείς είχαμε μείνει έκθαμβοι απ’ την ομοιότητα – σίγουροι για άλλη μια φορά πως, αν κάτι διακρίνει τη ζωή, αυτό είναι η συνέχεια.


Λίστα όλων των Συγγραφέων